
Η θάλασσα με γέρασε μα ’γώ την καμαρώνω
θυμούμαι τη στη στρώση μου, κλαίω και δε μερώνω
Το Αιγαίο κι αν αγριεύει
τον νησιώτη τον μαγεύει
Έχω το κύμα στρώμα μου, αφρό για μαξιλάρι
μαΐστρος όταν θα χτυπά τον πόνο μου θα πάρει
Θάλασσα δε σε βαριούμαι
όσο και να τυραννιούμαι
Της θάλασσας τα κύματα πατώ και δε βουλιούνε
σαν θέλω εγώ να σ’ αγαπώ κανέναν δε φοβούμαι
Έλα, έλα σαν σου λέγω
μη με τυραννείς και κλαίγω
Μοιράσου τους στίχους |


Ελάτε όλα τα πουλιά να κάμετε ζυμάρι
βοήθα Παναγιά μου
όπου ’σμιξεν το μάλαμα με το μαργαριτάρι
βοήθα Παναγιά μου
Κουλούρι πλάθω του γαμπρού, κουλούρι του κουμπάρου
πανιέρι καστανόπλεχτο να ’ρθουν να του το πάρουν
Μοιράσου τους στίχους |


Με το φεγγάρι περπατώ, δυοσμαράκι μου
με τ’ άστρα κουβεντιάζω
σιγανά, σιγανά
σιγανά και ταπεινά
κι αυγερινός με ρώτησε, δυοσμαράκι μου
τι έχω κι αναστενάζω
Άνοιξε το παράθυρο, δυόσμε τρίκλωνε
το κρυσταλλένιο τζάμι
σιγανά, σιγανά
σιγανά και ταπεινά
που έχω δυο λόγια να σου πω, δυόσμε τρίκλωνε
κι ύστερα κλείσ’ το πάλι
Μοιράσου τους στίχους |


Εγώ βαρκούλα θα γενώ και συ γλυκιά μου κόρη
θα δίνεις τις διαταγές στην πρύμνη και στην πλώρη
Βάρκα μου μπογιατισμένη
στα καπόνια κρεμασμένη
Πάτινος όμορφο νησί χιλιοτραγουδισμένο
σαν γιασεμί στη θάλασσα σ’ έχουνε φυτεμένο
Ανεβαίνω στα Κακούδια
και θωρώ τα βοσκαρούδια
Όμορφη που ’ν’ η Πάτινος να ’τανε πιο μεγάλη
που ’χει τα σπίτια κάτασπρα κάτω στο περιγιάλι
Έλα να σε δω να γιάνω
να μην πέσω και πεθάνω
Άνοιξε το παράθυρο το κρυσταλλένιο τζάμι
έχω δυο λόγια να σου πω και σφάλιξέ το πάλι
Ανεβαίνω το Κακούδι
βάλ’ το μπρίκι στο φανούδι
Τη θάλασσα την αλμυρή θα την εκάνω μέλι
γιατί την αρμενίζουνε παιδάκια σαν αγγέλοι
Θάλασσα βαρεί την άμμο
σ’ αγαπώ μα τι να κάνω
Θάλασσα τρώει τα ρούχα μου κι αγέρας τα μαλλιά μου
και μια μικρή μελαχρινή τρώει τα σωθικά μου
Θάλασσα βαρεί το κύμα
σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα
καπόνια ή γερανάκια (επωτίδες) είναι μηχανισμοί στα σκάφη για την ανέλκυση και καθέλκυση σωστικών λεμβών
Κακούδια: τοπωνύμιο της Πάτμου
βοσκαρούδια: νεαροί βοσκοί
Μοιράσου τους στίχους |
