Μ.Δ. Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου

Μ.Δ. ΕΘΝΙΚΩΝ ΠΑΡΚΩΝ ΠΑΡΝΗΘΑΣ, ΣΧΟΙΝΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ ΚΟΛΠΟΥ

Με την ενσωμάτωση στον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Σχινιά – Μαραθώνα, Υμηττού και Νοτιοανατολικής Αττικής και του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας, η Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου λειτουργεί με έδρα την Παλλήνη και παράρτημα τις Αχαρνές.

Η Μ.Δ. υπάγεται στην Διεύθυνση Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (Τομέας Β) της Γενικής Διεύθυνσης του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.

ΜΔ15

Η χωρική της αρμοδιότητα περιλαμβάνει τους Κωδικούς Προστατευόμενων Περιοχών ως εξής:

GR2510005 ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΠΑΥΣΑΝΙΑ – ΥΠΟΘΑΛΑΣΣΙΑ ΗΦΑΙΣΤΕΙΑ ΜΕΘΑΝΩΝ
GR2530005 ΟΡΗ ΓΕΡΑΝΕΙΑ
GR3000001 ΟΡΟΣ ΠΑΡΝΗΘΑ
GR3000003 ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΣΧΙΝΙΑ – ΜΑΡΑΘΩΝΑ
GR3000004 ΒΡΑΥΡΩΝΑ – ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΖΩΝΗ
GR3000005 ΣΟΥΝΙΟ – ΝΗΣΙΔΑ ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΖΩΝΗ
GR3000006 ΥΜΗΤΤΟΣ – ΑΙΣΘΗΤΙΚΟ ΔΑΣΟΣ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ – ΛΙΜΝΗ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ
GR3000014 ΠΕΡΙΟΧΗ ΛΕΓΡΑΙΝΩΝ – ΝΗΣΙΔΑ ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ
GR3000015 ΟΡΟΣ ΥΜΗΤΤΟΣ
GR3000016 ΥΓΡΟΤΟΠΟΣ ΣΧΙΝΙΑ
GR3000017 ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΖΩΝΗ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ
GR3000018 ΚΑΝΑΛΙ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΥ
GR3000020 ΝΗΣΙΔΕΣ ΣΑΡΩΝΙΚΟΥ ΚΟΛΠΟΥ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ

Γενική Περιγραφή

 

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας

Η Πάρνηθα βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της Αττικής, σε απόσταση 20 χλμ. (σε ευθεία γραμμή) ή 36 χλμ. οδικώς από την Αθήνα. Είναι ένα μεγάλο συγκρότημα από την Ανατολή προς την Δύση, που δυτικά ενώνεται με το όρος Πάστρα και το οροπέδιο των Σκούρτων. Είναι το μεγαλύτερο και το υψηλότερο βουνό της Αττικής.

Ο Εθνικός Δρυμός της Πάρνηθας είναι μια περιοχή με πλούσια χλωρίδα και πανίδα, έντονη γεωμορφολογική ποικιλομορφία έχοντας σημαντικό ενδιαφέρον σε ελληνικό, αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού πολλά από τα είδη χλωρίδας που εμφανίζονται στην Πάρνηθα είναι ελληνικά ενδημικά. Η πανίδα παραμένει από τις πλουσιότερες της Αττικής. Εμφανίζονται πολλά είδη θηλαστικών και πτηνών τα οποία προστατεύονται από το ελληνικό και διεθνές Δίκαιο, με σημαντικότερο είδος το Κόκκινο ελάφι. Επίσης, στην Πάρνηθα υπάρχουν πολλά αρχαιολογικά ευρήματα, ιστορικά και πολιτιστικά μνημεία που έχουν αντέξει στο πέρασμα των χρόνων.

Η αξία προστασίας της περιοχής αναγνωρίστηκε ήδη από το 1961, όταν μεγάλο τμήμα της ανακηρύχτηκε Εθνικός Δρυμός (Β.Δ. 644/1961). Έχει χαρακτηριστεί ως προτεινόμενη Περιοχή Κοινοτικού Ενδιαφέροντος, σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (κωδικός περιοχής GR3000001, έκταση 14.902,43 εκτάρια), ενώ ταυτόχρονα έχει χαρακτηριστεί και ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας, για την προστασία της ορνιθοπανίδας, σύμφωνα με την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ. Ακόμη, σημαντικό τμήμα της περιοχής μελέτης έχει κηρυχτεί ως «Καταφύγιο Άγριας Ζωής», σύμφωνα με το Ν. 2637/1998. Σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 336/Δ/24-7-2007 καθορίστηκαν ζώνες προστασίας του ορεινού όγκου της Πάρνηθας, οι οποίες περιγράφονται παρακάτω:

Ζώνη Α1 απολύτου προστασίας. Επιτρέπεται η διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών και η επίσκεψη ειδικών επιστημόνων και υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα φύλαξης, εποπτείας και διαχείρισης του Δρυμού. Επιτρέπεται η διέλευση κοινού μόνο από συγκεκριμένες διαδρομές – μονοπάτια πεζοπορίας και η αναψυχή μόνο σε συγκεκριμένα σημεία, κατανεμημένα στις ως άνω διαδρομές.

Ζώνη Α2 απολύτου προστασίας. Επιτρέπεται μόνον η υπαίθρια αναψυχή, η διημέρευση του κοινού, η επιστημονική έρευνα / παρατήρηση και η περιβαλλοντική εκπαίδευση. Επιτρέπεται η κίνηση των πάσης φύσεως οχημάτων κατά μήκος του κυρίως οδικού δικτύου, με τους περιορισμούς που αναφέρονται και καθορίζονται από τον Κανονισμό Λειτουργίας του Δρυμού, σε συγκεκριμένες ώρες, μέρες, εποχές και θέσεις. Επιτρέπεται χωρίς επέκταση των εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων τους η λειτουργία των δύο υφιστάμενων ορειβατικών καταφυγίων, του αναψυκτήριου Κυκλάμινα, του κτιρίου περιβαλλοντικής ενημέρωσης του Δασαρχείου Πάρνηθας, καθώς και η λειτουργία των εγκαταστάσεων του ΣΕΓΑΣ για μαθητικές μόνο αθλητικές εκδηλώσεις.

Ζώνες Β1 αναψυχής, περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, υπαίθριου αθλητισμού και υπαίθριων πολιτιστικών εκδηλώσεων, στις οποίες επιτρέπεται η ανέγερση αναψυκτήριων, εστιατορίων, υπαίθριων ή ημιϋπαίθριων καθιστικών και περιπτέρων ιστορικής, περιβαλλοντικής ενημέρωσης για την περιοχή.

Ζώνη Β2 υψηλής προστασίας, καθορίζεται ως περιοχή υπαίθριας αναψυχής και γεωργικής χρήσης, εξαιρουμένων των γεωργικών αποθηκών. Επιτρέπεται η ανέγερση μικρού Δημοτικού Καταφυγίου και Δημοτικής εγκατάστασης πολιτιστικού – εκπαιδευτικού χαρακτήρα.

Ζώνη Β3 αναψυχής, αθλητισμού, πολιτιστικών εκδηλώσεων, ιππικών εγκαταστάσεων και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης στις οποίες επιτρέπεται η ανέγερση αναψυκτήριων, εστιατορίων, μικρών αθλητικών εγκαταστάσεων, εγκαταστάσεων πολιτιστικών εκδηλώσεων, ιππικών εγκαταστάσεων, υπαίθριων ή ημιϋπαίθριων καθιστικών και περιπτέρων ιστορικής, περιβαλλοντικής και πολιτιστικής ενημέρωσης.

Ζώνη Β4 αναψυχής, υπαίθριου αθλητισμού, γεωργικής χρήσης εξαιρουμένων των γεωργικών αποθηκών, και περιβαλλοντικής ενημέρωσης, εντός των οποίων επιτρέπεται η κατασκευή αναψυκτήριων, εστιατορίων, υπαίθριων αθλητικών εγκαταστάσεων, υπαίθριων και ημιϋπαίθριων καθιστικών και περιπτέρων ιστορικής και περιβαλλοντικής ενημέρωσης για την περιοχή. Στο τμήμα της ζώνης Β4 που περιλαμβάνει το κτήμα Τατοϊου, επιβάλλεται αποκλειστικά η χρησιμοποίηση των υφιστάμενων κτιρίων του κτήματος, μετά τις απαιτούμενες επισκευές και διαρρυθμίσεις τους.

Ζώνη Γ1 αναψυχής. Επιτρέπεται η ανέγερση αναψυκτήριων, εστιατορίων, καφενείων και κτιρίων κατοικίας. Δεν είναι δυνατή η δόμηση του ενός κτιρίου ανά έκαστο γήπεδο.

Ζώνη Γ2 Περιοχή του οικισμού της Ιπποκράτειου Πολιτείας.

Ζώνη Δ1 αναψυχής και υπαίθριων αθλητικών δραστηριοτήτων. Επιτρέπεται η κατασκευή περιπτέρων ιστορικής και περιβαλλοντικής ενημέρωσης για την περιοχή και η λειτουργία αναψυκτήριων, στα ήδη υφιστάμενα βοηθητικά κτίρια του πρώην βασιλικού κτήματος Τατοϊου.

Ζώνη Δ2 αναψυχής, πολιτισμού, φιλοξενίας προσωπικοτήτων, διοργάνωσης διεθνών πολιτικών συμβουλίων, πνευματικών εκδηλώσεων και εκθέσεων ειδικής θεματολογίας. Εντός της ζώνης αυτής και εντός των υφιστάμενων μόνο κτιρίων είναι δυνατή η εγκατάσταση μουσείου, η φιλοξενία προσωπικοτήτων, η διοργάνωση διεθνών πολιτικών συμβουλίων, πνευματικών εκδηλώσεων και εκθέσεων ειδικής θεματολογίας.

Ζώνη Δ3 αναψυχής, αθλητισμού, περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, γεωργίας και κτηνοτροφίας εξαιρουμένων των γεωργικών αποθηκών. Εντός της ζώνης αυτής και εντός των υφισταμένων μόνο κτιρίων επιτρέπεται η λειτουργία εστιατορίων, αναψυκτήριων, μουσείου, χώρων εκθέσεων, ιππικών εγκαταστάσεων, αθλητικών εγκαταστάσεων, κτηνοτροφικών και γεωργικών εγκαταστάσεων, εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων ερευνητικού χαρακτήρα και υπαίθριων και ημιϋπαίθριων καθιστικών για την περιβαλλοντική και ιστορική ενημέρωση.

Ζώνη Ε1 Αποτελεί το Πάρκο Κεραιών Ραδιοφωνίας- Τηλεόρασης.

Ζώνη Ε2 τουρισμού, οι εγκαταστάσεις των οποίων έχουν καθοριστεί με τον Ν. 3139/03 (Α’ 100) και για τις οποίες καθώς και για τις συνοδές αυτών, ισχύουν οι διατάξεις του παραπάνω νόμου.

Ζώνη Ε3 Περιλαμβάνει τις Κατασκηνώσεις Τραπέζης Ελλάδος.

Ζώνη Ε4 Περιλαμβάνει τη Λατομική περιοχή Ξηρορέματος, η οποία έχει χωροθετηθεί με την υπ’ αριθμόν 70966/3099/5.4.1996 (Β’ 403) ΚΥΑ.

Ζώνη Ε5 γεωργικής γης εντός της οποίας είναι δυνατή, εφόσον δεν υφίσταται κατάλληλος χώρος εκτός των ορίων προστασίας του ορεινού όγκου, η εγκατάσταση νεκροταφείου της Κοινότητας Αγ. Στεφάνου.

 

Εθνικό Πάρκο Σχοινιά – Μαραθώνα (GR3000003)

Το Εθνικό Πάρκο Σχοινιά – Μαραθώνα ιδρύθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα «Χαρακτηρισμός χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών του Σχοινιά – Μαραθώνα Αττικής ως Εθνικού Πάρκου» στις 03/07/2000 (ΦΕΚ 395Δ’).

Το Εθνικό Πάρκο Σχοινιά στο Μαραθώνα αποτελεί το σημαντικότερο παράκτιο οικοσύστημα της Αττικής και βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Αττικής, περίπου 40 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Αποτελεί ένα εξαιρετικό φυσικό τοπίο (συμπεριλαμβανομένου του θαλάσσιου χώρου) και αποτελείται από την υγροτοπική περιοχή (Μέγα Έλος), τη λοφώδη χερσόνησο της Κυνοσούρας, το λόφο της Δρακονέρας, την περιοχή του δάσους με τις κουκουναριές και τη χαλέπιο πεύκη, την περιοχή της Μακαρίας Πηγής, τον όρμο του Μαραθώνα, το Ολυμπιακό Κωπηλατοδρόμιο και την περιοχή αναψυχής, τουρισμού και κατοικίας.

 

Υγρότοπος Σχοινιά (GR3000016)

Πρόκειται για ένα σύνθετο υδρολογικό σύστημα με διαφορετική αλατότητα, ανάλογα με τις εισροές που δέχεται από την πηγή, τη βροχή και την θάλασσα. Καταλαμβάνει έκταση περίπου 4.000 στρ. και αποτελεί ένα σημαντικό καταφύγιο άγριας ζωής. Πολλά μεταναστευτικά είδη χρησιμοποιούν τον υγρότοπο ως μέρος ανεφοδιασμού και ξεκούρασης πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο υγρότοπος του Εθνικού Πάρκου επιτελεί μια σειρά από πολύτιμες οικολογικές λειτουργίες όπως:

– Στηρίζει μεγάλη ποικιλία ζωής,

– Συγκρατεί το νερό της βροχής,

– Εμπλουτίζει με αυτό τον υδροφόρο ορίζοντα και

– Εξασφαλίζει την ισορροπία του κλίματος.

 

Βραυρώνα – Παράκτια Θαλάσσια Ζώνη (GR3000004)

Η Βραυρώνα βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της Αττικής, μόλις 25 χλμ. από την Αθήνα.  Πρόκειται για ένα μικρό σχετικά υγρότοπο έκτασης 27.115 km2 και λειτουργεί ως νησίδα κατά μήκος της πορείας των αποδημητικών πτηνών. Εντάχθηκε στις  Ειδικές Ζώνες Διατήρησης του δικτύου Natura 2000 με το ν. 3937/2011 και έχει κηρυχθεί ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και ιστορικός χώρος με την Υ.Α. ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Φ02/ 9560/412/5-7-1980. Επιπλέον, προστατεύεται με την Υ.Α. ΑΡΧΑΙΟΤ/Α1/Φ02/ 1665/118/1-12-1978 και ΠΔ 30-11-1979 ως αρχαιολογικό μνημείο, καθώς εκεί βρίσκεται ο ναός της Αρτέμιδος της Βραυρώνος.

 

Όρoς Υμηττού (GR3000015)- Υμηττός – Αισθητικό Δάσος Καισαριανής – Λίμνη Βουλιαγμένης (GR3000006)

Ο Υμηττός είναι ο πλησιέστερος θύλακας πρασίνου στην πρωτεύουσα και παρόλες τις ανθρωπογενείς πιέσεις, φιλοξενεί πλήθος ζωικών και φυτικών οργανισμών, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά ή/και αυστηρώς προστατευόμενα. Η περιοχή βρίσκεται μεταξύ του λεκανοπεδίου Αττικής και της πεδιάδας των Μεσογείων, έχει συνολική έκταση περίπου 85.000 km2 και μέγιστο υψόμετρο 1.026 m στην κορυφή Εύζωνας.

Ο Υμηττός υπόκειται σε καθεστώς προστασίας με το Π.Δ. 31.8/20.10.1978, το οποίο τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 14/06/2011, προκειμένου να αναχαιτιστεί η αυθαίρετη δόμηση. Το Π.Δ. του 2011 ωστόσο ακυρώθηκε το 2017 για 8 από τους 11 όμορους δήμους με απόφαση του ΣτΕ.  Τμήματά του διέπονται επίσης και από άλλα καθεστώτα προστασίας όπως: Αισθητικό Δάσος Καισαριανής (Π.Δ. 1/22.1.1974), Καταφύγιο Άγριας Ζωής (Υ.Α.. 38070/19772/6.5.1976) και Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (Υ.Α. 25638/1968). Λόγω της αξίας των δασικών οικοτόπων, η περιοχή υπόκειται σε καθεστώς προστασίας βάσει της κοινοτικής οδηγίας 92/43/ΕΟΚ ως Ειδική Ζώνη Διατήρησης και ως Ζώνη Ειδικής Προστασίας για την ορνιθοπανίδα βάσει της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ, με εξαίρεση το νότιο τμήμα της Ε.Ζ.Δ. Επιπλέον, έχει θεσμοθετηθεί ως Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά από την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία και τη Birdlife International.

Στην Ε.Ζ.Δ. του Υμηττού περιλαμβάνεται και η λίμνη Βουλιαγμένης, η οποία βρίσκεται στο νότιο άκρο του βουνού. Πρόκειται για μια φυσική υφάλμυρη λίμνη που δημιουργήθηκε πριν από 2.000 χρόνια, όταν ένα τμήμα της οροφής ενός υπόγειου σπηλαίου κατέρρευσε. Τροφοδοτείται με γλυκό νερό από μια υπόγεια πηγή, ενώ επιφανειακά είναι αποκλεισμένη από τη θάλασσα. Θαλασσινό νερό εισέρχεται από ένα σύστημα υπόγειων πλημμυρισμένων σπηλαίων, το οποίο λόγω της υψηλής θερμοκρασίας του (28 – 35 °C) υποδεικνύει ότι επικοινωνεί με το ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου. Εκτός από περιοχή του δικτύου Natura 2000, η λίμνη Βουλιαγμένης έχει ανακηρυχτεί ως διατηρητέο μνημείο της φύσης με το Π.Δ. 51/ 04-02-2003, τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους με την Υ.Α. Γ403/23043/31.3.1981 και χώρος ιδιαίτερου ιστορικού ενδιαφέροντος με την Υ.Α. 48660/2862/1989, ενώ από τον 19ο αι. λειτουργεί ως χώρος ιαματικών λουτρών.

 

Σούνιο – Νησίδα Πατρόκλου και Παράκτια Θαλάσσια Ζώνη (GR3000005)

Το Σούνιο και η περιοχή των Λεγραινών βρίσκονται στο νοτιοανατολικό ακρωτήριο της Αττικής. Η περιοχή γύρω από το Σούνιο μαζί με την παράκτια θαλάσσια ζώνη και τη νησίδα Πάτροκλου, αποτελούν Ειδική Ζώνη Διατήρησης βάσει της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (εναρμόνιση με το ν. 3937/2011). Το Σούνιο έχει κηρυχθεί Εθνικός Δρυμός με το Π.Δ. 182/1974 και μετέπειτα αρχαιολογικός χώρος, ιστορικός τόπος και τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους με τις Υ.Α ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ02/35222/1610/23-06-1979 και Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ Φ02/61126/3407/14-12-1995. Τα εκτεταμένα υπολείμματα αρχαίων μεταλλείων και εργαστηρίων, ο ναός της Σουνιάδας Αθηνάς στην άκρη του ακρωτηρίου, το βάραθρο Χάος και τα ιδιαίτερα ορυκτά, πολλά από τα οποία συναντώνται μόνο στη Λαυρεωτική χερσόνησο, είναι στοιχεία που καθιστούν την περιοχή μοναδική και την προστασία της απαραίτητη. Από περιβαλλοντικής άποψης στο Σούνιο και την περιοχή των Λεγραινών υπάρχουν ενδιαιτήματα για πολλά είδη ζώων, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χλωρίδα της περιοχής.

 

Περιοχή Λεγραινών – Νησίδα Πατρόκλου (GR3000014)

Η περιοχή των Λεγραινών και η νησίδα Πάτροκλου συνιστούν Ζώνη Ειδικής Προστασίας βάσει της 2009/147/ΕΚ (εναρμόνιση με την Κ.Υ.Α. Η.Π. 37338/1807/E103/6-9-2010). Υπάρχουν ενδιαιτήματα για πολλά είδη ζώων, ενώ μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χλωρίδα της περιοχής.  Ενσωματώθηκε στις περιοχές ευθύνης του πρώην Φ.Δ. Εθνικού Πάρκου Σχοινιά Μαραθώνα, Υμηττού και Αττικής με το νόμο 4519/2018.

Η περιοχή των Λεγραινών περιλαμβάνει τρεις βασικούς μεσογειακούς τύπους οικοτόπων, μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκης, φρύγανα Sarcopoterium spinosum και δεντρώδη matorrals με Juniperus spp. Τέλος, η νησίδα Πάτροκλου καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της από φρύγανα Sarcopoterium spinosum και δάση Oleo-Ceratonium. Οι ακτές της νησίδας είναι βραχώδεις χωρίς βλάστηση με εξαίρεση ένα τμήμα στα βορειοανατολικά που έχει θίνες με σκληρόφυλλους θάμνους.

 

Θαλάσσια Περιοχή Παυσανία – Υποθαλάσσια Ηφαίστεια Μεθάνων (GR2510005)

Το ηφαιστειακό σύμπλεγμα των Μεθάνων περιλαμβάνει κυρίως ηφαιστειακούς δόμους, που διατάσσονται σύμφωνα με τις κύριες τεκτονικές ζώνες του Δυτικού Σαρωνικού κόλπου σε διεύθυνση ΒΒΔ – ΝΝΕ και ΒΑ – ΝΔ και ρεύματα λάβας που διευθύνονται ακτινωτά προς την περιφέρεια, ενώ δε λείπουν τα πυροκλαστικά προϊόντα.

 

Νησίδες Σαρωνικού Κόλπου και Θαλάσσια Περιοχή (GR3000020)

Οι «Νησίδες του Σαρωνικού κόλπου και θαλάσσια περιοχή» εντάχθηκαν στη λίστα των Ζ.Ε.Π. με την Κ.Υ.Α. 37338/1807/E103/6-9-2010 και με είδος χαρακτηρισμού το θαλασσοκόρακα (Phalacrocorax aristotelis dermarestii).

 

Παράκτια και Θαλάσσια Ζώνη της Μακρονήσου (GR3000017)

Η «Παράκτια και θαλάσσια ζώνη της Μακρονήσου», περιλαμβάνει την περιοχή γύρω από την Μακρόνησο. Αποτελώντας σημαντική περιοχή για τη φώκια Monachus monachus, προτάθηκε ως Τ.Κ.Σ. με το ν. 3937/2011.

 

Κανάλι Μακρονήσου (GR3000018)

Το «Κανάλι Μακρονήσου» περιλαμβάνει τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Μακρονήσου και Αττικής. Εντάχθηκε στη λίστα των Ζ.Ε.Π. με την Κ.Υ.Α. 37338/1807/E103/6-9-2010, έχοντας ως είδος χαρακτηρισμού το μύχο (Puffinus yelkouan)

Εθνικό Πάρκο Σχoινιά Μαραθώνα (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Εθνικό Πάρκο Σχoινιά Μαραθώνα (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Υγρότοπος Σχοινιά (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Υγρότοπος Σχοινιά (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Τατόι-Πλάτανος (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Τατόι-Πλάτανος (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Εθνικό Πάρκο Σχoινιά Μαραθώνα (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Εθνικό Πάρκο Σχoινιά Μαραθώνα (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)

Θεσμικό Πλαίσιο

 

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας

ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Στην Ελλάδα έγινε από πολύ νωρίς κατανοητή η ανάγκη διαφύλαξης της φυσικής κληρονομιάς και διατήρησης της οικολογικής ισορροπίας ευρύτερων περιοχών της χώρας, με παράλληλη παροχή στο κοινό, δυνατοτήτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και φυσιολατρικών δραστηριοτήτων. Ο πρώτος νόμος που θεσπίστηκε για την εκπλήρωση των ανωτέρων σκοπών είναι ο Α.Ν. 856/1937. Με το νόμο αυτό έγινε δυνατή η κήρυξη των «ιδιαίτερων σημαντικών φυσικών περιοχών» ως Εθνικών Δρυμών. Το έτος 1961, κατ’ εφαρμογή του Α.Ν. 856/1937, ιδρύθηκε ο Εθνικός Δρυμός της Πάρνηθας δυνάμει του Β.Δ. 644/1961 και σχεδιάστηκε η αρχική διαχείρισή του. Σύμφωνα με το Β.Δ. 644/1961, προκειμένου να ιδρυθεί ο Εθνικός Δρυμός της Πάρνηθας, έγινε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου έκτασης 12.000 στρεμμάτων περίπου μοναστηριακών εκτάσεων ιδιοκτησίας του Οργανισμού Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, που βρίσκονται στην είσοδο του Δρυμού, καθώς και δικαιωμάτων ρητινοσυλλογής φυσικών προσώπων σε πευκοδάση της Δυτικής Πάρνηθας (Ρουμάνι – Πετράλωνα). Οι εκτάσεις αυτές μαζί με τις καθαρά δημόσιες εκτάσεις της κεντρικής Πάρνηθας συγκρότησαν τον πυρήνα του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας, εκτάσεως 38.230,00 στρεμμάτων.

Η ίδια περιοχή κηρύχθηκε και σαν «τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους», για να προστατευθεί η περιοχή, με την υπ’ αριθμόν 25638/1969 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας.

Ο Ν. 856/1937 τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 996/1971 και με το Ν. 177/1975 ιδρύθηκαν καταφύγια θηραμάτων σε μεγάλο τμήμα της περιφερειακής ζώνης του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας.

Σε εφαρμογή της συνταγματικής επιταγής (1975/1986/2001) θεσπίστηκε ο Ν. 998/79 «περί προστασίας των δασών και δασικών εκτάσεων της χώρας», που έχει ως βασικό σκοπό την προστασία του περιβάλλοντος και αποτέλεσε τον βασικό κορμό της δασικής νομοθεσίας, καθώς επίσης και ο Νόμος 1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος».

Ειδική νομοθεσία αποτελεί το Π.Δ. 671/1981 «Περί προστασίας της αυτοφυούς χλωρίδας και πανίδας και καθορισμού διαδικασίας συντονισμού και ελέγχου της ερεύνης επί αυτών» καθώς και το άρθ. 110 του Ν.Δ. 86/1969, όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 28 του Ν. 2040/1992, με το οποίο απαγορεύτηκε η αιγοβοσκή σε όλα ανεξαιρέτως τα δάση και δασικές εκτάσεις της Αττικής και κατά συνέπεια και στον Εθνικό Δρυμό της Πάρνηθας στο σύνολό του, καθώς και ο Νόμος 4685/2020 «Εκσυχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2018/844 και 2019/692 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις», κεφάλαιο Γ΄ «Διαχείριση Προστατευόμενων Περιοχών».

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διοίκησης και διαχείρισης του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας θα πρέπει απαραιτήτως να λαμβάνει υπόψη του τις από τις διεθνείς συνθήκες και συμβάσεις, οι οποίες αναφέρονται στην προστασία του περιβάλλοντος και έχουν εφαρμογή στο νομικό καθεστώς της Πάρνηθας. Οι σημαντικότερες από αυτές αναφέρονται συνοπτικά κατωτέρω:

– Η σύμβαση της Βόννης για τη διατήρηση των αποδημητικών ειδών της άγριας πανίδας της 23ης Ιουνίου 1979, η οποία κυρώθηκε από τη χώρα μας με το Ν. 2719/1999 (ΦΕΚ 106/Α/1999), τέθηκε σε ισχύ τον Νοέμβριο του 1983.

– Η σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης της 19ης Σεπτεμβρίου 1979, η οποία κυρώθηκε από τη χώρα μας με το Ν. 1335/1983 (ΦΕΚ 32/Α/14.03.1983), τέθηκε σε ισχύ το 1982.

– Η Οδηγία 79/409/ΕΟΚ «περί της διατηρήσεως των άγριων πτηνών» – Ζώνες Ειδικής Προστασίας (Special Protected Areas), η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο 1981 και ενσωματώθηκε στο ελληνικό δημόσιο με την Κ.Υ.Α. 414958/1985 (ΦΕΚ 757/Β/18-12-1985) «Μέτρα διαχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας».

– Η οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών ενδιαιτημάτων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με την ΚΥΑ 33318/3028/1998, έχει ως σκοπό να συμβάλλει στην προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και της άγριας χλωρίδας και πανίδας στο ευρωπαϊκό έδαφος (άρθρο 2).

– Η οδηγία 86/609/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών – μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς.

– Η οδηγία 99/22/ΕΚ για τη διατήρηση άγριων ζώων σε ζωολογικούς κήπους (η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή στην Πάρνηθα, εφόσον δημιουργηθεί μελλοντικά ζωολογικός κήπος π.χ. στο πρώην βασιλικό κτήμα Τατοΐου).

– Η περιβαλλοντική νομοθεσία της Ε.Ε. περιλαμβάνει επίσης, την οδηγία των μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων (85/337/ΕΟΚ), την οδηγία το πόσιμο νερό (80/778/ΕΟΚ), την οδηγία για την προστασία των υπόγειων υδάτων (676/91/ΕΟΚ), την οδηγία για τα νιτρικά (80/68/ΕΟΚ) κ.λ.π.

– Ο Κανονισμός 3528/1986 για την προστασία των δασών στην Κοινότητα από την ατμοσφαιρική ρύπανση και ο κανονισμός 2158/1992 για την πυροπροστασία των κοινοτικών δασών. Ο βασικός κοινοτικός μηχανισμός προστασίας των δασών αποτελείτο μέχρι προσφάτως από τον κανονισμό 3528/1986, τον κανονισμό 2158/1992 και συμπληρωματικά από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ.

– Ο Κανονισμός 2152/2003 για την παρακολούθηση των δασών και των περιβαλλοντικών αλληλεπιδράσεων στην Κοινότητα.

 

Εθνικά Πάρκα Σχοινιά-Μαραθώνα, Υμηττού & Νοτιοανατολικής Αττικής

Το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο περιλαμβάνει:

ΝΟΜΟΙ (όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν):

Ν.998/1979  «Περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας» (ΦΕΚ 289/1979)

N.1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος»

Ν. 2204/1994 «Σύμβαση για την Βιοποικιλότητα» (ΦΕΚ 59/1994)

N.2742/1999 «Χωροταξικός σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη και άλλες διατάξεις»

N.3044/2002 «Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης και ρυθμίσεις άλλων θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων»

N.3937/2011 «Διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις»

Ν. 4014/2011 «Περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων, ρύθμιση αυθαιρέτων σε συνάρτηση με δημιουργία περιβαλλοντικού ισοζυγίου και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος» (ΦΕΚ 209/τ. Α’ /2011)

Ν. 4109/2013 «Κατάργηση και συγχώνευση νομικών προσώπων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα – Σύσταση Γενική Γραμματείας για το συντονισμό του κυβερνητικού έργου και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 16/τ. Α/23-1-2013)

N.4519/2018 «Φορείς Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών και άλλες διατάξεις» Ν.4685/2020 «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2018/844 και 2019/692 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις». (ΦΕΚ 92/τ. Α/7-5-2020)

 

ΚΟΙΝΟΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

92/43/ΕΚ «για την διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας»

2009/147/ΕΚ «περί της διατήρησης των άγριων πτηνών»

KYA H.Π. 37338/1807/E.103/1-9-10 «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας και των οικοτόπων/ενδιαιτημάτων της, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, «Περί διατηρήσεως των άγριων πτηνών», του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/147/ΕΚ (ΦΕΚ 1495/τ. B/6-9-2010)

ΚΥΑ Η.Π. 8353/276/Ε103/17-2-2012 «Τροποποίηση και συμπλήρωση της υπ’ αριθ. 37338/1807/2010 κοινής υπουργικής απόφασης «Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας και των οικοτόπων/ενδιαιτημάτων της, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ….» (Β΄ 1495), σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ «Για τη διατήρηση των άγριων πτηνών» του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/147/ΕΚ» (ΦΕΚ 415/τ. Β/23-2-2012)

 

ΠΡΟΕΔΡΙΚΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ (όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν):

ΠΔ 91 «Περί κηρύξεως της παραχωρηθείσης προς αναδάσωσιν εις την Φιλοδασικήν Ένωσιν Αθηνών δασικής εκτάσεως περιοχής Καισαριανής ως αισθητικού δάσους» (ΦΕΚ 31/τ. Α/1974)

ΠΔ 182 «Περί καθορισμού των ορίων του πυρήνος και της περιφερειακής ζώνης του Εθνικού Δρυμού Σουνίου» (ΦΕΚ 80/τ. Α/1974)

ΠΔ «Περί καθορισμού ζωνών ρυθμίσεως και προστασίας της περιοχής του όρους Υμηττού (ΦΕΚ 544/τ. Δ/1978)

ΠΔ «Χαρακτηρισμός χερσαίων και θαλάσσιων περιοχών του Σχοινιά – Μαραθώνα Αττικής ως Εθνικού Πάρκου», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει (ΦΕΚ 395/τ. Δ/2000)

ΠΔ «Ίδρυση Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα (Ν. Αττικής)» (ΦΕΚ 793/τ. Δ/2002)

 

ΚΟΙΝΕΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

ΚΥΑ 32473/7718 «Κανονισμός Διοίκησης και Λειτουργίας του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα (ν. Αττικής) και Σχέδιο Διαχείρισης αυτού» (ΦΕΚ 18393/τ. Β/2001)

ΚΥΑ ΥΠΕΝ/ΥΠΑΑΤ «Αναθεώρηση εθνικού καταλόγου περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000» (ΦΕΚ 4432/τ. Β΄/2017)

 

ΥΠΟΥΡΓΙΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

ΥΑ 46783 «Έγκριση κανονισμού λειτουργίας υπηρεσιών και προσωπικού του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα» (ΦΕΚ 1755/τ. Β/2005)

ΥΑ 46789 «Έγκριση κανονισμού για την εκτέλεση έργων και την ανάθεση και σύναψη συμβάσεων προμηθειών, μελετών και υπηρεσιών του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα» (ΦΕΚ 1755/τ. Β/2005)

ΥΑ 46795 «Έγκριση κανονισμού λειτουργίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα» (ΦΕΚ 1755/τ. Β/2005)

ΥΑ 868 «Έγκριση κανονισμού οικονομικής διαχείρισης του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα» (ΦΕΚ 65/τ. Β/2005)

ΥΑ 1958/13-1-2012 «Κατάταξη δημοσίων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες και υποκατηγορίες σύμφωνα με το Άρθρο 1 παράγραφος 4 του Ν. 4014/2011» (ΦΕΚ 209/τ. Α’ /2011)

Φυσικό Περιβάλλον

 

ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΡΥΜΟΣ ΠΑΡΝΗΘΑΣ

ΟΙΚΟΤΟΠΟΙ

Οι διαφορετικοί οικότοποι που μπορούμε να συναντήσουμε στην Πάρνηθα είναι οι εξής:

Ενδημικοί ορο-μεσογειακοί ερεικώνες

Η έκταση που καταλαμβάνει ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου στις κορυφές της Πάρνηθας είναι μικρή και βρίσκεται μόλις 5 – 10m πιο πάνω από το ελατοδάσος. Αποτελείται από ποώδη και θαμνώδη είδη, τα περισσότερα από αυτά είναι ενδημικά ή σπάνια. Το syntaxon που διακρίθηκε είναι το Astragalus angustifolius comm.

Δενδρώδεις θαμνώνες με Juniperus oxycedrus

Στο συγκεκριμένο οικότοπο κυριαρχεί το είδος Juniperus oxycedrus, που δίνει και τη φυσιογνωμία στο τοπίο. Η συνολική χλωρίδα του οικοτόπου είναι πολύ πλούσια σε είδη, πολλά από τα οποία είναι ενδημικά. Η μονάδα βλάστησης που αντιπροσωπεύει τον οικότοπο, αναφέρεται ως Juniperus oxycedrus comm.

Garrigues της Ανατολικής Μεσογείου

Πρόκειται για ενδημικό οικότοπο της χώρας μας. Αφορά χαμηλούς μεσο-θερμο-μεσογειακούς  και υπέρ – μεσογειακούς θαμνώδεις σχηματισμούς της Ελλάδας. Το syntaxon που διακρίθηκε είναι το Quercus coccifera comm.

Φρύγανα με Sarcopoterium spinosum

Ο συγκεκριμένος οικότοπος είναι προϊόν υποβάθμισης των αείφυλλων σκληρόφυλλων δασών και αποτελείται από ακανθώδεις σχηματισμούς, ημισφαιρικών θάμνων και κυρίως από τα Sarcopoterium spinosum και Genista acanthoclada. Στη σύνθεσή του συμμετέχουν πολλά φρυγανώδη φυτά της θερμομεσογειακής ζώνης. Τα syntaxa που διακρίθηκαν είναι τα Sarcopoterium spinosum-Coridothymus capitatus comm και Phlomis fruticosa-Euphorbia acanthothamnos comm.

Ασβεστολιθικά βραχώδη πρανή με χασμοφυτική βλάστηση

Ο συγκεκριμένος οικότοπος περιλαμβάνει τη βλάστηση των ασβεστολιθικών βραχωδών εξάρσεων και κρημνών. Στη χλωρίδα του συμπεριλαμβάνονται αρκετά ενδημικά φυτά. Τα syntaxa που διακρίθηκαν είναι τα Inula parnassica-Ptilostemon chamaepeuce comm. και Inula parnassica comm.

Θερμόφιλα δρυοδάση της Αν. Μεσογείου και της Βαλκανικής

Στην Πάρνηθα δεν υπάρχει αμιγές δρυοδάσος, αλλά υπολείμματα παρελθούσας βλάστησης από φυλλοβόλες δρύες. Το syntaxon που διακρίθηκε είναι το Quercus pubescens comm.

Δάση ελιάς και χαρουπιάς

Στην Πάρνηθα, ο συγκεκριμένος οικότοπος περιλαμβάνει σχηματισμούς στους οποίους κυριαρχεί το πουρνάρι (Quercus coccifera). Εμφανίζεται σε χαμηλά υψόμετρα. Το syntaxon που διακρίθηκε είναι το Quercus coccifera-comm.

Δάση αριάς Quercus ilex

Ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου αποτελεί υποβαθμισμένη μορφή των δενδρωδών μεσογειακών θαμνώνων, αν και σε πολλές περιπτώσεις διατηρεί τη πυκνή δομή του. Τα syntaxa που διακρίθηκαν είναι τα Arbutus adrachne-Quercus ilex comm. και Erica arborea-Arbutus unedo comm.

Δάση ανατολικής πλατάνου (Platanion orientalis)

Ο συγκεκριμένος τύπος οικοτόπου περιλαμβάνει συστάδες πλατάνου, που απαντώνται στις όχθες ρεμάτων περιοδικής συνήθως ροής. Το syntaxon που διακρίθηκε είναι το Platanus orientalis comm.

Δάση ελληνικής ελάτης (Abies cephalonica)

Το ελατοδάσος της Πάρνηθας αποτελείται αποκλειστικά από άτομα Abies cephalonica.

Μεσογειακά δάση πεύκης με ενδημικά μεσογειακά είδη πεύκης

Τα πευκοδάση της Πάρνηθας εκτείνονται περιφερειακά του ορεινού όγκου και αποτελούνται αποκλειστικά από Χαλέπιο Πεύκη (Pinus halepensis).

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

Στην Πάρνηθα διακρίνονται τρεις ζώνες βλάστησης:

Η πρώτη ζώνη εκτείνεται από τα 400 έως τα 1000m περίπου. Σε αυτή τη ζώνη κυριαρχούν τα δάση (Xαλεπίου πεύκης) Pinus halepensis, οι σχηματισμοί με Quercus coccifera, Pistacia lentiscus, Arbutus unedo και Arbutus andrachne, καθώς και φρυγανικά οικοσυστήματα. Στα ανώτερα της ζώνης αυτής, η Xαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis) σχηματίζει μικτό δάσος με την Kεφαλληνιακή ελάτη (Abies cephalonica).

Η δεύτερη ζώνη εκτείνεται από τα 1000m περίπου στις νότιες εκθέσεις του βουνού (από τα 600-700m στις βόρειες εκθέσεις) μέχρι τα 1400m και κυριαρχείται από δάσος Kεφαλληνιακής ελάτης (Abies cephalonica). Υπάρχουν επίσης συστάδες με Juniperus oxycedrus subsp. oxycedrus, καθώς και κάποια λιβαδικά είδη στα οροπέδια. Ας σημειωθεί ότι εξαιτίας των αναδασωτικών εργασιών που πραγματοποιήθηκαν το διάστημα 1950-1970, το δάσος Kεφαλληνιακής ελάτης δεν είναι αμιγές, αλλά σε αρκετά σημεία αναμιγνύεται με Mαύρη Πεύκη (Pinus nigra), η οποία δεν είναι αυτόχθονη της περιοχής.

Η τρίτη ζώνη βλάστησης παρατηρείται στις υψηλότερες κορυφές του βουνού. Αυτή η ζώνη είναι υποπλασμένη και περιλαμβάνει μικρούς αγκαθωτούς, μαξιλαρόμορφους θάμνους, μαζί με αρκετά ενδημικά και σπάνια είδη. Αυτός ο τύπος βλάστησης πιθανόν έχει προκύψει από την υποβάθμιση του δάσους Κεφαλληνιακής ελάτης και επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αυθεντική υποαλπική ζώνη.

Στην Πάρνηθα απαντώνται 1096 αυτόχθονα φυτικά taxa, τα οποία ανήκουν σε 456 γένη και 90 οικογένειες. Οι πιο πλούσιες χλωριδικά οικογένειες είναι οι Compositae, Leguminosae και Graminae, ενώ οι οικογένειες Caryophyllaceae, Cruciferae και Liliaceae αντιπροσωπεύονται ικανοποιητικά. Στο βιοτικό φάσμα της χλωρίδας της Πάρνηθας κυριαρχούν τα θερόφυτα (37,6%), ακολουθούν τα ημικρυπτόφυτα (28,1%), τα γεώφυτα (14,9%), τα χαμαίφυτα (10,9%), τα φανερόφυτα (8,4%) και, τέλος, τα υδρόφυτα (0,1%). Στο χωρολογικό φάσμα κυριαρχούν τα μεσογειακά taxa (63,6%), ενώ σημαντική είναι και η αναλογία των ευρασιατικών (7,8%) και των παλαιοεύκρατων taxa (7,8%). Τα ελληνικά ενδημικά taxa που απαντούν (και) στην Πάρνηθα παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, καθώς εκείνα είναι που πρέπει να προστατευτούν κατά προτεραιότητα. Συνολικά, έχει καταγραφεί η παρουσία 92 ελληνικών ενδημικών taxa. Επισημαίνεται ότι στον πρώην πυρήνα του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας έχουν εντοπιστεί 70 ελληνικά ενδημικά taxa. Δύο taxa, τα Campanula celsii subsp. parnesia και Silene oligantha subsp. parnesia είναι αποκλειστικά ενδημικά της Πάρνηθας (Aplada et al., 2007). Εκτός, όμως, από τα ελληνικά ενδημικά taxa, στην Πάρνηθα έχει αναφερθεί η παρουσία 25 άλλων φυτικών taxa, τα οποία προστατεύονται από τη Σύμβαση CITES για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών της Άγριας Πανίδας και Αυτοφυούς Χλωρίδας.

 

ΠΑΝΙΔΑ

Η Πάρνηθα με τη σημαντική έκτασή της, το πολυποίκιλο ανάγλυφο της και την υψηλή προστασία που απολαμβάνει ως Εθνικός Δρυμός, Καταφύγιο θηραμάτων, Ειδική Περιοχή Προστασίας για την ορνιθοπανίδα (SPA) και περιοχή του Δικτύου Natura 2000, προσφέρει πολύ καλές συνθήκες για την ανάπτυξη της χλωρίδας και της άγριας πανίδας.

Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία (Ε.Ο.Ε.) και τον Επίκουρο Καθηγητή Α. Λεγάκη (Τμήμα Βιολογίας, Ε.Κ.Π.Α.), υπάρχουν 158 είδη πουλιών στη Πάρνηθα από τα οποία τα 28 περιλαμβάνονται στην Οδηγία 79/409 Παράρτημα Ι, 102 είδη περιλαμβάνονται στη Σύμβαση της Βέρνης Παράρτημα ΙΙ, 58 είδη στη Σύμβαση της Βόννης και 18 είδη στο Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο. Επίσης υπάρχουν 39 είδη θηλαστικών από τα οποία 25 περιλαμβάνονται στο Κόκκινο Βιβλίο και 32 στη Σύμβαση της Βέρνης. Έχουν καταγραφεί 29 είδη ερπετών και αμφίβιων, από τα οποία 24 είδη περιλαμβάνονται στη Συνθήκη της Βέρνης και 4 είδη στην Οδηγία 92/43. Τα 17 από τα 39 θηλαστικά που απαντώνται στην Πάρνηθα είναι νυχτερίδες, οι οποίες περιλαμβάνονται στη Συνθήκη της Βέρνης και στο Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο. Η γεωμορφολογία της περιοχής (τρύπες, σπηλιές) προσφέρει καταφύγιο στις νυχτερίδες. Επίσης, οι μεγάλης ηλικίας συστάδες δέντρων και ιδίως αυτές που βρίσκονται σε υγρές περιοχές, είναι ευνοϊκές θέσεις για είδη νυχτερίδων που ζουν σε κουφάλες δέντρων. Η πληθυσμιακή κατάσταση των νυχτερίδων μπορεί και πρέπει να μελετηθεί στην Ελλάδα και ειδικά στη Πάρνηθα όπου απαντώνται αρκετά απειλούμενα είδη. Η Πάρνηθα περιλαμβάνει πληθώρα βιοτόπων και αποτελεί ασφαλές καταφύγιο για την ορνιθοπανίδα λόγω της ανακήρυξης της περιοχής ως Εθνικό Δρυμό. Πολλά είδη πτηνών και ιδίως αρπακτικών, τα οποία προστατεύονται από διάφορες Συνθήκες και είναι απειλούμενα, απαντώνται στην ευρύτερη περιοχή.

Έτσι, η πανίδα της Πάρνηθας παραμένει μεταξύ των πλουσιότερων της Αττικής και παρά τις αντιξοότητες και τις ανθρώπινες επεμβάσεις, διατηρεί το μεγαλύτερο αριθμό κόκκινων ελαφιών (Cervus elaphus) στην Ελλάδα. Από το 2012 στον Εθνικό Δρυμό εντοπίζεται (αρχικά από παρατηρήσεις εργαζομένων) η επανεμφάνιση του λύκου στην Πάρνηθα, ενώ είχε εξαφανιστεί από τη δεκαετία του 60. Η φυσική διαδικασία διασποράς του ζώου βρήκε στην Πάρνηθα κατάλληλες συνθήκες εποικισμού, καθώς η παρουσία του ελαφιού εξασφαλίζει τροφή.

 

ΓΕΩΛΟΓΙΑ

Ολόκληρο το όρος της Πάρνηθας παρουσιάζει έντονο και αξιόλογο ανάγλυφο με δεκάδες κορυφές, χαράδρες, ρεματιές, οροπέδια, λιβάδια, κοιλάδες και λάκες που κατακερματίζονται σε πολλά σημεία από μεγάλες και βαθιές χαράδρες, ρέματα και φαράγγια, όπως της Γκούρας και της Γιαννούλας.

Οι κορυφές στην Πάρνηθα είναι γενικά ομαλές, υπάρχουν όμως και απόκρημνες, βραχώδεις κορυφογραμμές (Καραβόλα, Φλαμπούρι, Μαυροβούνι, Άρμα κλπ). Το υψομετρικό εύρος κυμαίνεται από 400μ. περίπου (Νότιο Μετόχι) έως 1413μ. (Καραβόλα) με υψηλότερες κορυφές το Όρνιο (1.350μ.), το Αυγό (1.201μ.), την Κυρά (1.160μ.), το Φλαμπούρι (1.158μ.), το Λαγό (1.150μ.), τον Αέρα (1.127μ.) κ.α.

Μεγάλα ποτάμια δεν υπάρχουν στην περιοχή, παρά μόνο ρέματα περιοδικής μορφής που χαραδρώνουν ολόκληρη την Πάρνηθα. Τα κυριότερα από αυτά τα ρέματα είναι το ρέμα Γιαννούλας, το ρέμα Χούνης, το ρέμα Αγίας Τριάδας, το Μαυρόρεμα και το ρέμα Αγίου Γεωργίου.

Στη γεωλογική δομή του βουνού κυριαρχούν οι σκληροί ασβεστόλιθοι και οι σχιστόλιθοι, στα σημεία επαφής των οποίων εμφανίζονται πολλές μικρές πηγές με συνεχή και εποχιακή ροή. Από τα πετρώματα αυτά, ο ασβεστόλιθος δημιουργεί γενικά ένα έντονο ανάγλυφο που κυριαρχεί στην περιοχή, ενώ οι σχιστόλιθοι δίνουν ένα ομαλό ανάγλυφο. Οι εγκάρσιες κλίσεις κυμαίνονται μεταξύ 16 – 72 %, με τις επικρατέστερες να κυμαίνονται γύρω στο 40%.

Τα εδάφη που εμφανίζονται είναι γενικά πολύ αβαθή, έντονα διαβρωμένα, ασυνεχή-διακοπτόμενα. Βαθύτερα εδάφη παρατηρούνται τοπικά, κυρίως σε καρστικά κοιλώματα και πλατώματα.

Στη βόρεια πλευρά της Πάρνηθας υπάρχουν πολλά καρστικά έγκοιλα (δολίνες, κοιλώματα, λάκκοι κ.ά.) που σχηματίστηκαν κατά τη φάση της καρστικοποίησης της Βόρειας Αττικής (Τριαδικό – πριν 200.000.000 χρόνια), από καταβυθίσεις του γεμάτου ρήγματα ασβεστολιθικού της πετρώματος, εξαιτίας της δράσης υπόγειων ρευμάτων νερού, όπως συμβαίνει στη Λάκα Λεβέντη, στη Γκιόλα, στις Γκρούπες, στο Ξερολίβαδο, στα Τσογγάνια, στη Μακρυλάκκα, στο Βύθισμα κ.α. Κατά την περίοδο των βροχών, συσσωρεύεται στον πυθμένα των κοιλωμάτων αυτών αργιλούχος άμμος από τη διάβρωση των πλευρών της δολίνης και έτσι εμποδίζεται η άμεση απορρόφηση των υδάτων, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται, για λίγο διάστημα, μικρές λιμνούλες, οι κοινώς λεγόμενες λούτσες.

 

Εθνικό Πάρκο Σχοινιά – Μαραθώνα (GR3000003)

Ο καθορισμός των ζωνών του Εθνικού Πάρκου θεσμοθετήθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα ίδρυσής του. Περιλαμβάνει εννέα συνολικά Ζώνες, στις οποίες εξειδικεύονται τα ειδικότερα μέτρα προστασίας και διαχείρισης  ως ακολούθως:

Α. Περιοχές Προστασίας της Φύσης: πρόκειται για εκτάσεις οικολογικής ή βιολογικής σημασίας, στις οποίες προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από δραστηριότητες και επεμβάσεις που είναι δυνατό να μεταβάλλουν ή να αλλοιώσουν τη φυσική κατάσταση, σύνθεση ή εξέλιξη του.

α. Υγροτοπική περιοχή (Ζώνη Α1): Πρόκειται για ένα σύνθετο υδρολογικό σύστημα με διαφορετική αλατότητα, ανάλογα με τις εισροές που δέχεται από την πηγή, τη βροχή και την θάλασσα. Καταλαμβάνει έκταση περίπου 4.000 στρ. και αποτελεί ένα σημαντικό καταφύγιο άγριας ζωής. Πολλά μεταναστευτικά είδη χρησιμοποιούν τον υγρότοπο ως μέρος ανεφοδιασμού και ξεκούρασης πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ο υγρότοπος του Εθνικού Πάρκου επιτελεί μια σειρά από πολύτιμες οικολογικές λειτουργίες όπως: στηρίζει μεγάλη ποικιλία ζωής, συγκρατεί το νερό της βροχής, εμπλουτίζει με αυτό τον υδροφόρο ορίζοντα και εξασφαλίζει την ισορροπία του κλίματος.

β. Λόφος Δρακονέρας και χερσόνησος Κυνοσούρας (Ζώνη Α2):  Πρόκειται για λοφώδη περιοχή με φρύγανα και μεσογειακές διαπλάσεις μακκίας βλάστησης. H Χερσόνησος Κυνοσούρας και ο λόφος της Δρακονέρας είναι ασβεστολιθικοί σχηματισμοί που διαθέτουν θαμνώδη, μεσογειακή βλάστηση με κυρίαρχο είδος τον θάμνο Juniperus phoenicea. Η χερσόνησος Κυνοσούρας βρίσκεται Ν.Α του πευκοδάσους με έκταση 733 στρ. Έχει υποστεί ελάχιστες αλλοιώσεις και παρουσιάζει υψηλή βιοποικιλότητα. Στα διάκενα των θαμνώνων αναπτύσσεται πλούσια ποώδης βλάστηση, με κυρίαρχο είδος τη γαλαστοιβή. Στη χλωρίδα περιλαμβάνεται και το ενδημικό γεώφυτο Fritillaria obliqua, που κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Έχει διατηρήσει τη φυσικότητα της με ελάχιστη επίδραση από τον άνθρωπο και θεωρείται ένας φυσικός βοτανικός κήπος. Χαρακτηριστικό της χερσονήσου αποτελούν οι τρείς διαδοχικές κορυφές με υψηλότερη τη μεσαία ύψους 92 μέτρων. Ο λόφος της Δρακονέρας αποτελεί τυπικό Μεσογειακό οικοσύστημα με θάμνους, φρύγανα και πόες που προεκτείνεται στη βραχώδη χερσόνησο της Κυνοσούρας

γ. Δάσος χαλεπίου πεύκης και κουκουναριάς (Ζώνη Α3):  Το παράλιο πευκοδάσος βρίσκεται μεταξύ του υγροτόπου και της θάλασσας, σε αμμώδη έκταση με χαμηλές αμμοθίνες. Το δάσος εκτείνεται σε μήκος 3,5 χιλιομέτρων και σε πλάτος 150-300 μέτρα.  Αποτελεί σπάνιο δασικό οικοσύστημα, όπου περιλαμβάνει ένα ιδιαίτερο φυτικό είδος την κουκουναριά. Η κουκουναριά (Pinus pinea) με την χαρακτηριστική κόμη που θυμίζει ομπρέλα, εξαπλώνεται κυρίως στα δυτικά του δάσους, ενώ προς τα ανατολικά συνυπάρχει με την χαλέπιο πεύκη (Pinus halepensis), η οποία σταδιακά την αντικαθιστά.

δ. Μακαρία Πηγή (Ζώνη Α4): Πρόκειται  για ένα σύστημα καρστικών λιμνοπηγών που αναβλύζει στο βορειοδυτικό άκρο του Εθνικού Πάρκου, συντηρώντας έτσι δύο λίμνες γλυκού έως υφάλμυρου νερού. Οι λίμνες διαθέτουν υδρόβια και παρόχθια βλάστηση με καλάμια. Στο κανάλι αναπτύσσονται υδροχαρή φυτά και τα φύκη του γένους Chara, ακόμη έχει  εντοπιστεί το πολύ σπάνιο φυτό Cladium mariscus (χαρακτηριστικό είδος ασβεστούχων βάλτων). Εκεί ζει ένα μικρό, ενδημικό ψάρι, η ντάσκα, με την επιστημονική ονομασία Pelasgus marathonicus καθώς χέλια και νεροχελώνες. Η φυσική ροή της πηγής έχει πλέον αποκατασταθεί και σήμερα ο κύριος όγκος των νερών ρέει προς τον υγρότοπο μέσω του κωπηλατοδρομίου. Το νερό που αναβλύζει από την Μακαρία Πηγή τροφοδοτεί τον ταμιευτήρα του κωπηλατοδρομίου, ενώ η υπερχείλιση γεμίζει με νερό τον υγρότοπο.

ε. Θαλάσσια περιοχή όρμου Μαραθώνα (Ζώνη Α5): Στον αμμώδη βυθό του είναι παρούσα η ποσειδωνία (Posidonia oceanica), φυτό που αναπτύσσεται μόνο σε καθαρά νερά. Η πυκνή και πολύπλοκη αυτή βλάστηση αποτελεί έναν οικότοπο µε μεγάλη βιοποικιλότητα, που χρήζει ιδιαίτερης διαχείρισης και προστασίας. Εκατοντάδες είδη ασπόνδυλων και ψαριών βρίσκουν καταφύγιο ανάμεσα στο πυκνό φύλλωμα της ποσειδωνίας.

Στις ανωτέρω περιοχές επιτρέπεται μόνο η επιστημονική έρευνα και η περιβαλλοντική εκπαίδευση.

ζ. Ολυμπιακό Κέντρο Κωπηλασίας (Ζώνη Β1):  Πρόκειται για περιοχή περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, έρευνας και αθλητισμού στην οποία επιτρέπεται η ανέγερση Ολυμπιακού Κέντρου Κωπηλασίας και Κανόε – Καγιάκ.

η.  Περιοχή αναψυχής, αθλητισμού και κατοικίας (Ζώνη Β2):  Επιτρέπεται η ανέγερση και λειτουργία αναψυκτήριων, εστιατορίων, ταβερνών, υπαίθριων εγκαταστάσεων αθλητισμού και κατοικιών.

θ.  Περιοχή παραλίας όρμου Μαραθώνα (Ζώνη Β3):  Επιτρέπονται οι δραστηριότητες που συμβάλλουν στην ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των πολιτών για τα περιβαλλοντικά θέματα.

ι. Περιοχή ελεγχόμενης γεωργικής χρήσης (Ζώνη Γ): Στη Ζώνη αυτή επιτρέπεται η εγκατάσταση γεωργικών αποθηκών, θερμοκηπίων και ανοικτών υδατοδεξαμενών επί του εδάφους.

 

ΟΙΚΟΤΟΠΟΙ

Η προστατευόμενη περιοχή χαρακτηρίζεται από υψηλή ποικιλότητα τύπων οικοτόπων και βλάστησης με 22 τύπους οικοτόπων Ευρωπαϊκής σημασίας (Παράρτημα Ι της  Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας»). Ιδιαιτέρως κρίσιμη κρίνεται η  κατάσταση διατήρησης ορισμένων εξ’ αυτών, όπως του παράκτιου δάσους της Κουκουναριάς που παρουσιάζει αισθητά μικρότερο αριθμό ατόμων και σταδιακή αντικατάσταση αυτής με τη χαλέπιο πεύκη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εξάπλωση των καλαμιώνων (Phragmites australis), είδους που επηρεάζεται από την αύξηση της κατάκλισης με γλυκά νερά, η διαχρονική αλλαγή της περιοχής Λίμνης Αλμυρής (το υπόλειμμα της αρχαίας λιμνοθάλασσας κοντά στο σημείο Στόμι (στο ανατολικό όριο του υγρότοπου) και η εξάπλωση ή το καθεστώς παρουσίας αλλόχθονων ειδών χλωρίδας (alien species invasion).

Τα κυριότερα φυσικά ενδιαιτήματα της περιοχής είναι ποικιλόμορφα. Οι υγροτοπικές εκτάσεις καλύπτονται κυρίως από βούρλα, καλαμιώνες, υγρά λιβάδια, τεχνητές λιμνοδεξαμενές, λιμνοπηγές, εποχιακά τέλματα, και τάφρους. Συνολικά ο υγρότοπος της περιοχής καταλαμβάνει έκταση περίπου 700 εκτάρια. Η έκταση αυτή συγκροτεί έναν από τους μεγαλύτερους υγρότοπους της νότιας Ελλάδας, ενώ ελάχιστοι τέτοιοι παράκτιοι υγρότοποι σώζονται στην ακτογραμμή της νοτιοανατολικής Ελλάδας και στα νησιά.

Στους λόφους γύρω από τον υγρότοπο επικρατεί τυπική μακκία, φρυγανική και βραχόφιλη βλάστηση. Το παράκτιο πευκοδάσος καλύπτεται πλέον σε μεγάλο βαθμό από Χαλέπιο Πεύκη με την Κουκουναριά να καλύπτει αισθητά μικρότερη έκταση στην δυτική πλευρά του. Το θαλάσσιο περιβάλλον του Όρμου του Μαραθώνα περιλαμβάνει μεγάλες εκτάσεις με θαλάσσια λιβάδια ποσειδωνίας.

Ενώ οι οικότοποι που διακρίνονται ως οικότοποι προτεραιότητας στην περιοχή, βάσει της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, είναι οι εκτάσεις θαλάσσιου βυθού με βλάστηση από ποσειδωνία, οι λόχμες των παραλίων με αρκεύθους (Juniperus spp.), οι θίνες με δάση Pinus pinea, η ψευδοστέπα με αγρωστώδη και μονοετή φυτά (Thero-Brachypodietea), τα παρόχθια δάση της θερμής Μεσογείου (Nerio-Tamariceteae) και της νοτιοδυτικής Ιβηρικής χερσονήσου(Securinegion tinctoriae) και τα μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκων της Μεσογείου (Pinus pinea), το κύριο χαρακτηριστικό που κάνει την περιοχή ξεχωριστή είναι ο ιδιόμορφος παράκτιος υγρότοπος. Ο υγρότοπος στο μεγαλύτερο τμήμα αποτελεί ένα έλος γλυκού/υφάλμυρου νερού με μεγάλες διακυμάνσεις στην κατακλυζόμενη έκταση, ανάλογα με την εποχή. Κατά συνέπεια, όλη η περιοχή πλημμυρίζει το χειμώνα και την άνοιξη, ενώ από τα τέλη του καλοκαιριού έως και το φθινόπωρο, γλυκό νερό διατηρείται μόνο σε ορισμένα κανάλια, σε πολύ μικρό τμήμα του υγροτόπου, καθώς και στη Μακαρία Πηγή και το κανάλι που διοχετεύει το νερό στο Ολυμπιακό Κωπηλατοδρόμιο.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

Η περιοχή  του Σχοινιά παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία βλάστησης η οποία αντανακλά τις ποικίλες εδαφικές και υδατικές συνθήκες που επικρατούν. Παρουσιάζει όμως παράλληλα και έντονη εικόνα υποβάθμισης και υποχώρησης η οποία συνδέεται με την αλόγιστη ανθρώπινη δραστηριότητα. Διακρίνονται τέσσερις ενότητες βλάστησης ήτοι,  η βλάστηση αμμωδών παραλιών, η βλάστηση υγροτόπων, το δάσος κουκουναριάς (P. pinea) και χαλεπίου πεύκης (P. halepensis) και οι θαμνώνες.

Η βλάστηση αμμωδών παραλιών εκτείνεται μεταξύ της γυμνής παραλιακής ζώνης και των πρώτων δένδρων του δάσους  κουκουναριάς (P. pinea) και χαλεπίου πεύκης (P. halepensis), κατά μήκος της παραλίας, σε μια πολύ λεπτή ζώνη που αναπτύσσεται μία βλάστηση από αμμόφιλα και αμμονιτρόφιλα είδη. Τα είδη αυτά έχουν αραιή διάσπαρτη παρουσία και μόνο το Elymus farctus (Agropyron junceum) σχηματίζει κάποιες συμπαγείς νησίδες μερικών τετραγωνικών μέτρων. Η βλάστηση είναι έντονα υποβαθμισμένη και διακόπτεται τόσο από γυμνές επιφάνειες χαλαρής άμμου που δημιουργήθηκαν από την έντονη ανθρώπινη παρουσία, όσο και από την παρουσία μεμονωμένων δένδρων, θάμνων και φρυγάνων, όπως P. halepensis, P. pinea, Juniperus Oxycedrous spp macrocarpa, J. Phoenicea, Pistacia lentiscus, Anthyllis hermaniae, Centaurea spinosa.

Τα κυριότερα είδη που απαντώνται στη ζώνη αυτή είναι τα: Elymus farctus, Sporolobus pungens, Eryngium maritimum, Medicago marina, Pseudorlaya pumila, Medicago litoralis, Mathiola tricuspidata, Allium phalareum, Cakile maritime, Anthemis peregrine, Bromus rigidus, Erodium malacoides, Echium arenarium. Σπανιότερα απαντώνται τα Cyperus capitatus και Xanthium strumarium και ακόμη πιο σπάνια το Pancratium maritimum.

Η βλάστηση υγροτόπων εκτείνεται βόρεια και βορειοανατολικά του πευκοδάσους. Η περιοχή αυτή κατακλύζεται το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου από νερά, ενώ κατά τη θερινή περίοδο αποξηραίνεται στο μεγαλύτερο μέρος. Ως προς την αλοφυτική βλάστηση οι φυτοκοινωνίες που εμφανίζονται κυρίως είναι το Salicornietum fruticosae και δευτερευόντως το Juncetum maritimi, το Junceum acuti και Salicornietum radicantis. H σύνθεση της βλάστησης αυτής ποικίλλει κατά θέσεις εμφανιζόμενη περισσότερο πλούσια στις ελαφρές ανυψώσεις που έχουν δημιουργηθεί, ενώ αρκετά συχνά στις χαμηλότερες θέσεις, ορισμένα είδη όπως η Salicornia fruticosa, το Juncus subulatus δημιουργούν αμιγείς φυτοκοινωνίες. Τα είδη που συνθέτουν την αλοφυτική βλάστηση είναι κυρίως τα Salicornia fruticosa, Juncus subulatus, Inula crithmoides, Halimione portucaloides, Francenia hirsute, Pholiurus philiformis, Pholiurus incurvatus, Plantago crassifolia, Pucinellia maritime, P. distans, Aeluropus litoralis, Triglochin bulbosum, Sacrocornia perennis, Limonium bellidifolium, Juncus maritimus, Juncus acutus. Τα είδη τέλος Tamarix hampana και T. parviflora είναι αρκετά διαδεδομένα και καταλαμβάνουν τα πρανή των ανυψώσεων. Στις επιφάνειες εκείνες που μετά τα αποστραγγιστικά έργα και τις επιχωματώσεις δεν κατακλύζονται από νερά, η αλοφυτική βλάστηση έχει αρχίσει να υποχωρεί και τη θέση της καταλαμβάνουν ποώδη λιβαδικά φυτά αλλά και ξυλώδη είδη όπως Pistacia lentiscus, Juniperus phoenicea. Σπανιότερα και στις ανυψώσεις που βρίσκονται κοντά στο δάσος εγκαθίσταται η Pinus halepensis.

Το δάσος κουκουναριάς (P. pinea) και χαλεπίου πεύκης (P. halepensis) καταλαμβάνει μια ζώνη πλάτους 450 περίπου μέτρων και μήκους 3 χιλιομέτρων κατά μήκος της ακτής. Στη σύνθεση του ανωρόφου συμμετέχουν η P. halepensis και η P. pinea, των οποίων όμως η συμμετοχή δεν είναι ενιαία σε όλη την έκταση. Στο ανατολικό ήμισυ της ζώνης, η χαλέπιος σχηματίζει αμιγές δάσος με αραιά διάσπαρτα άτομα κουκουναριάς κυρίως κατά μήκος της παραλίας. Από το μέσον περίπου της έκτασης εμφανίζεται η κουκουναριά, της οποίας η παρουσία αρχίζει να πυκνώνει ακανόνιστα προς τα δυτικά για να καταλήξει στο δυτικό άκρο σε αμιγές δάσος. Γενικά το δάσος στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ακόμη αρκετά πυκνό με συγκόμωση μεγαλύτερη του 0,7. Εξαίρεση αποτελεί το δάσος της χαλεπίου και μια λεπτή ζώνη κατά μήκος της παραλίας των οποίων η συγκόμωση είναι μικρότερη του 0,4. Τα υπάρχοντα διάκενα είναι γενικά περιορισμένα σε έκταση και δε διακόπτουν τη συνέχεια του δάσους.

Το δάσος της κουκουναριάς συγκροτείται από άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 70 ετών και συμμετέχουν μόνο στον ανώροφο. Μικρότερες κλάσεις ύψους και ηλικίας σπανίως συναντώνται, η δε αναγέννηση είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Η αιτία της έλλειψης αναγέννησης πέρα από την ανθρώπινη παρουσία είναι και η μέχρι πριν λίγα χρόνια βόσκηση, δεδομένου ότι τα νεαρά δενδρύλλια κουκουναριάς αποτελούν εύγεστη τροφή για τα ζώα. Στο δάσος της χαλεπίου οι συστάδες έχουν ακανόνιστη υποκηπευτοειδή μορφή ή και ομήλικη κατά μικρές περιοχές. Η αναγέννηση είναι και εδώ περιορισμένη σε μικρότερο βαθμό όμως από της κουκουναριάς και εντοπίζεται στα προστατευόμενα από τη θαμνώδη βλάστηση διάκενα. Γενικά η αναγέννηση και των δύο ειδών δεν είναι ικανοποιητική λόγω της ανθρώπινης παρουσίας και της βόσκησης που υπήρχε μέχρι πρότινος. Η χαλέπιος πεύκη παρατηρείται ότι εμφανίζει μία τάση επικράτησης  της στη περιοχή, όπως φαίνεται και από την προοδευτική εγκατάσταση αυτής στα διάκενα που αφήνει η κουκουναριά.

Ο θαμνώδης υπόροφος του δάσους δεν εμφανίζεται συνεχής αλλά διατηρείται συνήθως εκεί που έχει διασπασθεί η κομοστέγη ή η στάθμη του υπογείου ύδατος είναι αρκετά υψηλή. Χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ η ανθρώπινη παρουσία μειώνεται από ανατολικά προς δυτικά και από την παραλία ρος το εσωτερικό του δάσους, πυκνότητα της βλάστησης ακολουθεί αντίστροφη πορεία. Στη σύνθεση του υπορόφου κυριαρχεί η Pistacia lentiscus και ακολουθούν τα είδη Juniperus phoenicea, Quercus coccifera, Myrtus communis στις υγρότερες θέσεις και Juniperus macrocarpa κυρίως στην παραλία, Prassium majus, Ruscus aculeatus, Smilax aspera και σποραδικά Rhamnus alaternus. Στον υπόροφο των θάμνων εμφανίζεται συχνά και το είδος Rubia peregrine ενώ σε θέσεις όπου η κομοστέγη είναι περισσότερο διασπασμένη συναντώνται είδη των φρυγανικών διαπλάσεων όπως τα Anthyllis hermaniae, Cistus incanus, Cistus salviefolius, Coridothymus capitatus και Centaurea spinosa.

Η ποώδης βλάστηση αυξάνει με την απομάκρυνση από τη θάλασσα λόγω μείωσης της ανθρώπινης παρουσίας. Από τα συχνότερα απαντώμενα είδη στην ποώδη βλάστηση είναι τα Piptatherum miliaceum, Brachypodium retusum, Linum maritimum, Muscari commosum, Cynosurus echinatus, Silene colorata, Lagurus ovatus, Seriole aethensis, Briza media, Euphorbia peploides, Bromus rubens, Saligeria cretica, Vicia dasycarpa, Phagnalon graecum, Crucianella latifolia, Vulpia myuros, Brassica turnefortii, Knautia integrifolia, Hordeum murinum, Plantago lagopus, Erodium malacoides, Erodium cicutarium.

Από φυτοκοινωνιολογική άποψη, το δάσος της P.pineaP. halepensis ανήκει στην ένωση Oleo-ceratonion και στη φυτοκοινωνία Oleo-lentiscetum.

H βλάστηση των θαμνώνων απαντάται στην περιοχή που αποτελεί τη συνέχεια του έλους που κλείνει ανατολικά το δάσος του Σχοινιά και εκτείνεται ο λοφώδης σχηματισμός του Μύτικα – Κυνοσούρας, ο οποίος καλύπτεται από αραιά θαμνώδη βλάστηση. Τα είδη που κυριαρχούν είναι τα Juniperus phoenicea και Olea oleaster και συμμετέχουν η Pistacia lentiscus, Ephedra campylopoda, Lonicera etrusca, Prassium majus και σπανιότερα τα Quercus coccifera, Prunus +/webbii και Pistacia terebinthus. Στον όροφο των θάμνων εμφανίζονται επίσης τα Clematis cirrhosa, Tamus communis και Bryonia alba. Μεταξύ των θάμνων αλλά και στις επιφάνειες που έχει υποχωρήσει η θαμνώδης βλάστηση έχουν εγκατασταθεί στοιχεία των φρυγανικών διαπλάσεων με υψηλά και χαμηλά φρύγανα όπως Phlomis fruticosa, Euphorbia acanthothamnos, Euphorbia dendroides, Coridothymus capitatus, Ballota acetabulosa, Saxcropoterium spinosum, Micromeria Juliana, Micromeria graeca, Fumana Arabica, Fumana thymifolia, Phagnalon graecum.

Στην ποώδη βλάστηση παρατηρείται μια μεγάλη ποικιλία ειδών και πολύ σωστά λέγεται ότι η Κυνόσουρα αποτελεί ένα θαυμάσιο βοτανικό κήπο. Τα πιο συχνά απαντώμενα είδη είναι Lagurus ovatus, Trifolium angustifolium, Lagoecia cuminoides, Aegilops geniculate, Urospermum picroides, Psoralea bituminosa, Nigela arvensis, Briza media, Knautia integrifolia, Tragopogon purifolius, Crupina crupinastrum, Tordylium apulum, Cyclamen neapolitanum, Fritilaria oblique, Buphleurum flavum, Avena barbata, Dactylis glomerata, Aegilops macrochaeta, Medicago disciformis, Brachypodium retusum, Brachypodium distachyon, Medicago coronata, Trifolium stellatum, Trifolium campestre.

Από φυτοκοινωνιολογική άποψη, η βλάστηση του Μύτικα – Κυνοσούρας υπάγεται στο Oleoceratonion και μάλιστα στο Oleo-lentiscetum με στοιχεία της Cistomicromerietea και Thero-brachypodietea.

Ως ενδημικά χαρακτηρίζονται τα φυτά που αναπτύσσονται σε μια ορισμένη περιοχή που έχει περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση.

 

ΠΑΝΙΔΑ

Η πανίδα του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα είναι εξαιρετικά πλούσια μιας και οι πολλοί και διαφορετικοί βιότοποι του Πάρκου προσφέρουν κατάλληλες συνθήκες για τη διαβίωση μεγάλης ποικιλίας ζωικών οργανισμών. Μεγάλος αριθμός ειδών και ανάμεσά τους πολλά προστατευόμενα είδη πουλιών, ερπετών, αμφιβίων και ψαριών διαβιούν, αναπαράγονται ή επισκέπτονται το Εθνικό Πάρκο παρά την μικρή έκτασή του και τις μεγάλες ανθρωπογενείς πιέσεις που αναπτύσσονται ως αποτέλεσμα της γειτνίασης με μια μεγαλούπολη.

ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑ

Στο Εθνικό Πάρκο Σχοινιά – Μαραθώνα έχουν παρατηρηθεί περισσότερα από 240 είδη πουλιών. Πάνω από 50 είδη φωλιάζουν στον υγρότοπο, τους λόφους της Δρακονέρας και της Κυνοσούρας και το πευκοδάσος. Στους καλαμιώνες και την υδρόβια βλάστηση φωλιάζει η απειλούμενη – εξαιτίας της καταστροφής των ενδιαιτημάτων της – βαλτόπαπια (Aythya nyroca), το νανοβουτηχτάρι (Tachybaptus ruficollis), η νερόκοτα (Gallinula chloropus), η νεροκοτσέλα (Rallus aquaticus) και μεγάλος αριθμός από φαλαρίδες (Fulica atra). Στους πυκνούς και ψηλούς καλαμιώνες φωλιάζουν καλαμοποταμίδες (Acrocephalus scirpaceus) και τσιχλοποταμίδες (Acrocephalus arundinaceus). Στα ρηχά νερά του έλους αναπαράγεται ο καλαμοκανάς (Himantopous himantopus) ενώ στον υγρότοπο φωλιάζουν οι πρασινοκέφαλες πάπιες (Anas platyrhynchos). Στις εκτάσεις του Εθνικού Πάρκου συναντώνται ή και φωλιάζουν πλήθος από στρουθιόμορφα όπως οι κιτρινοσουσουράδες (Motacilla flava), οι σταχτοσουσουράδες (Motacilla cinerea) και οι λευκοσουσουράδες (Motacilla alba), οι Καλόγεροι (Parus major), οι Τρυποφράχτες (Troglodytes troglodytes), οι Μαυροτσιροβάκοι (Sylvia melanocephala), οι Βραχοτσοπανάκοι (Sitta neumayer), οι Σπίνοι (Fringilla coelebs) και οι Φλώροι (Carduelis carduelis). Στην περιοχή συναντώνται αρπακτικά όπως ο καλαμόκιρκος (Circus aeroginosus) και φωλιάζουν η γερακίνα (Buteo buteo), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus) και ο πετρίτης (Falco peregrinus).

Τους χειμερινούς μήνες στον υγρότοπο διαχειμάζουν σημαντικοί αριθμοί από υδρόβια πουλιά, κυρίως πάπιες όπως τα κιρκίρια (Anas crecca), οι χουλιαρόπαπιες (Anas clypeata) τα σφυριχτάρια (Anas penelope) και οι ψαλίδες (Anas acuta).

Ο υγρότοπος αποτελεί σημαντικό σταθμό κατά την εαρινή και φθινοπωρινή μετανάστευση όταν πλήθος πουλιών μετακινούνται προς τις περιοχές καλοκαιρινής διαβίωσης και διαχείμασης αντίστοιχα. Ο Σχοινιάς είναι ο μεγαλύτερος παράκτιος υγρότοπος της Αττικής και ένας από τους μεγαλύτερους στην Ανατολική Ελλάδα και αποτελεί μια από τις λίγες ικανοποιητικές επιλογές ανάπαυσης και διατροφής για τα διαβατικά πουλιά. Κυρίως την άνοιξη οι ελώδεις εκτάσεις αποτελούν σταθμό ανεφοδιασμού για πολλά παρυδάτια είδη όπως οι ερωδιοί λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta), σταχτοτσικνιάς (Ardea cinerea), αργυροτσικνιάς (Ardea alba), μικροτσικνιάς (Ixobrychus minutus), πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea) και νυχτοκόρακας (Nycticorax nycticorax) αλλά και για την λασποσκαλίδρα (Tringa glareola), τον κοκκινοσκέλη (Tringa totanus), και τον μαχητή (Philomachus pugnax). Εντυπωσιακό είναι και το ανοιξιάτικο πέρασμα των χαλκόκοτων (Plegadis falcinellus).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι περισσότερα από 80 είδη πουλιών από όσα έχουν παρατηρηθεί στο Εθνικό Πάρκο Σχοινιά – Μαραθώνα περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I της Οδηγίας 2009/147 της Ε.Ε. και είναι αυστηρά προστατευόμενα.

ΕΡΠΕΤΑ

Στο Εθνικό Πάρκο Σχοινιά συναντώνται δύο είδη χερσαίων χελωνών η κρασπεδοχελώνα (Testudo marginata) και η μεσογειακή χελώνα (Eurotestudo hermanni), καθώς και τα δύο είδη χελωνών των γλυκών νερών της Ελλάδας, η ποταμοχελώνα (Mauremys rivulata) και η βαλτοχελώνα (Emys orbicularis). Όλα τα είδη που προαναφέρθηκαν είναι αυστηρά προστατευόμενα.

Επίσης στην περιοχή παρατηρούνται τουλάχιστον 8 είδη φιδιών και 5 είδη σαυρών. Από τα φίδια ο τυφλίτης (Typhlops vermicularis), η σαΐτα (Platyceps najadum), η δενδρογαλιά (Hierophis gemonensis), το σπιτόφιδο (Zamenis situlus), ο σαπίτης (Malpolon monspessulanus) και η οχιά (Vipera ammodytes) κατανέμονται στα χερσαία ενδιαιτήματα όπου κυριαρχεί χαμηλή βλάστηση, θάμνοι και πέτρες ενώ το νερόφιδο (Natrix natrix) και το λιμνόφιδο (Natrix tessellata) συναντώνται στις υγροτοπικές εκτάσεις και τα κανάλια, σε τρεχούμενα ή στάσιμα νερά. Η σαΐτα, το σπιτόφιδο και το λιμνόφιδο περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43 της Ε.Ε ως αυστηρά προστατευόμενα ενώ το σπιτόφιδο περιλαμβάνεται και στο Παράρτημα ΙΙ της ίδιας Οδηγίας.

Στα χερσαία ενδιαιτήματα συναντώνται και η τρανόσαυρα (Lacerta trilineata), το λιακόνι (Calcides ocellatus), ο κυρτοδάκτυλος (Cyrtopodion kotschyi), ο αβλέφαρος (Ablepharus kitaibelli) και το κονάκι (Anguis fragilis) ενώ όλα εκτός από το κονάκι περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43 της Ε.Ε.

ΑΜΦΙΒΙΑ

Ο πρασινόφρυνος (Pseudepidalea viridis), ο δενδροβάτραχος (Hyla arborea) και ο βαλκανοβάτραχος (Pelophyla kurtmuelleri) απαντώνται στα υδάτινα ενδιαιτήματα του Πάρκου. Ο πρασινόφρυνος και ο δενδροβάτραχος είναι είδη που απαιτείται από το ελληνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο να προστατεύονται αυστηρά.

ΙΧΘΥΟΠΑΝΙΔΑ

Στο Πάρκο έχει καταγραφεί το ενδημικό είδος μικρού ψαριού γλυκών νερών αττικόψαρο ή ντάσκα (Pelasgus marathonicus) με ευρεία ασυνεχή εξάπλωση σε πηγές, ρέματα και κανάλια από την Αττική ως τη Μαγνησία. Το αττικόψαρο περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας ως άμεσα κινδυνεύον με εξαφάνιση εξαιτίας της καταστροφής των ενδιαιτημάτων του. Στον υγρότοπο και τα κανάλια ζοuν επίσης χέλια (Anguilla anguilla).

ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Στις χερσαίες εκτάσεις της προστατευόμενης περιοχής συναντώνται αρκετά νυκτόβια ζώα όπως οι αλεπούδες (Vulpes vulpes), οι ασβοί (Meles meles) οι λαγοί (Lepus europaeus), οι τυφλοπόντικες (Talpa sp.), οι σκαντζόχοιροι (Erinaceus concolor) και τα κουνάβια (Martes foina), μικροθηλαστικά όπως ο δασοποντικός (Apodemus sylvaticus), ο σταχτοποντικός (Mus musculus) και η χωραφομυγαλίδα (Crocidura leucodon) αλλά και ιπτάμενα θηλαστικά (νυχτερίδες).

 

ΓΕΩΛΟΓΙΑ

Η περιοχή του Εθνικού Πάρκου του Σχοινιά έχει πεδινό χαρακτήρα. Οι κλίσεις του εδάφους είναι μικρές 0–2% και μόνο η αμμώδης γυμνή παραλιακή ζώνη παρουσιάζει μια μεγαλύτερη κλίση προς τη θάλασσα. Η περιοχή αυτή του δάσους εμφανίζεται ομαλότερη στο ανατολικό της τμήμα, το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος του είναι σχεδόν επίπεδο και διακόπτεται από περιορισμένες χαμηλές εξάρσεις θινών μέχρι ένα μέτρο περίπου. Αντίθετα στο δυτικό τμήμα του δάσους και κυρίως προς την παραλία, οι εξάρσεις γίνονται πιο συχνές και είναι μεγαλύτερου ύψους. Η παρατηρούμενη διαφορά μεταξύ των δύο τμημάτων συνδέεται κυρίως με το γεγονός ότι το ανατολικό τμήμα το προστατεύει από τους ανέμους η επιμήκης προέκταση της Κυνοσούρας – Μύτικα και επιπλέον το τμήμα αυτό δέχεται πιο έντονα την ισοπεδωτική ανθρώπινη παρουσία.

Εκτός από τις εξάρσεις των θινών, η έκταση του δάσους διακόπτεται επίσης από τις κοίτες κάποιων παλαιών μικρών ρευμάτων οι οποίες τείνουν σταδιακά να εξαφανιστούν αφού η δράση τους διακόπηκε από την κατασκευή του δρόμου κατά μήκος όλης της βόρειας πλευράς και από την διάνοιξη των αποστραγγιστικών τάφρων εκατέρωθεν του δάσους. Βόρεια και ανατολικά του πευκοδάσους υπάρχουν χαμηλότερες θέσεις που κατακλύζονται με νερά και δημιουργούν το άλλοτε Μεγάλο έλος του Μαραθώνα. Σήμερα ένα μεγάλο μέρος της έκτασης αυτής με τα αποστραγγιστικά έργα και τις επιχωματώσεις που έγιναν έχει μετατραπεί σε γεωργική έκταση και ζώνη παραθεριστικής κατοικίας, ενώ ένα άλλο μέρος καταλαμβάνεται από το Κωπηλατοδρόμιο και κάποιες τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις. Η ελώδης έκταση που απέμεινε κομματιάζεται με ένα δίκτυο δρόμων και ένα δίκτυο καναλιών που καταλήγει με δύο αποστραγγιστικούς αγωγούς εκατέρωθεν του δάσους στη θάλασσα. Το έλος αυτό κατακλύζεται τον χειμώνα από τα νερά ενώ το καλοκαίρι σχεδόν αποξηραίνεται, ιδιαίτερα τα εξαιρετικώς ξηρά και θερμά χρόνια.

Ανατολικά του δάσους και του έλους υψώνεται ο στενόμακρος λοφώδης ασβεστολιθικός σχηματισμός του Μύτικα που καταλήγει στο ακρωτήριο της Κυνοσούρας με αρκετά απότομες κλίσεις.

Στην περιοχή αναπτύσσονται δύο είδη διακριτών υδροφοριών: η καρστική και η προσχωματική του πεδινού τμήματος. Η καρστική υδροφορία δεν είναι ενιαία και διαχωρίζεται στο δυτικό τμήμα, (Μακαρία πηγή) και στο ανατολικό τμήμα, (λόφοι της Δρακονέρας).  Στο δυτικό άκρο του μετώπου ανάβλυσης της Μακαρίας πηγής, το νερό είναι πιο επιβαρυμένο με χλωριόντα σε σχέση με το ανατολικό. Η καρστική υδροφορία της Μακαρίας πηγής έχει σαφώς καλύτερη ποιότητα από την προσχωματική υδροφορία.

Η έκταση της υδρολογικής λεκάνης ανέρχεται σε 35,6 Km2. Η μέση κλίση της υπολογίζεται σε 7,0% περίπου και ο συντελεστής κατείσδυσης σε 35-40%. Το κύριο μέρος της κατεισδύουσας ποσότητας νερού εκφορτίζεται μέσω της Μακαρίας Πηγής.

Η παραλιακή ζώνη του Σχοινιά, που καταλαμβάνεται από το δάσος, πλάτους 450 μ. περίπου το οποίο μειώνεται ελαφρά προς τα δυτικά, αποτελείται από αμμώδεις θινογενείς σχηματισμούς του Τεταρτογενούς – Ολόκαινο.

Στη συνέχεια προς Βορρά, το έλος περιλαμβάνει αποθέσεις από ιλυοπηλώδη και αργιλλώδη υλικά ποικίλου πάχους που επικάθονται σε αμμώδεις σχηματισμούς, της ίδιας όπως παραπάνω γεωλογικής περιόδου.

Στα ανατολικά τέλος ο λοφώδης σχηματισμός του Μύτικα σχηματίζεται από σκληρούς ασβεστόλιθους (μάρμαρα) του ανωτέρου κρητιδικού, με πλευρικά κορήματα και κώνους κορημάτων κατά μικρές θέσεις.

Με βάση το γεωλογικό υπόθεμα διακρίνουμε σε πρώτο επίπεδο τρεις κατηγορίες εδαφών, ήτοι εδάφη σε αλλουβιακές αποθέσεις και αλατούχες θέσεις (περιοχή έλους) και εδάφη σε σκληρούς ασβεστόλιθους.

 

ΚΛΙΜΑ

Στο Σχοινιά δεν υπάρχει κανένας μετεωρολογικός σταθμός. Τα στοιχεία για την εκτίμηση των κλιματικών συνθηκών της περιοχής προέρχονται από τους βιοκλιματικούς χάρτες, τη μελέτη της βλάστησης και τα δεδομένα του μετεωρολογικού σταθμού τη Ραφήνας που βρίσκεται σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από το Σχοινιά.

Από τα δεδομένα του σταθμού της Ραφήνας και το ομβροθερμικό διάγραμμα Bagnouls – Gaussen 1957, η ξηροθερμική περίοδος διαρκεί περισσότερο από πέντε μήνες (Απρίλιος – Σεπτέμβριος), το ετήσιο ύψος βροχής είναι περίπου 387 εκ., το δε μέγιστο των βροχοπτώσεων εμφανίζεται τον χειμώνα και ακολουθεί το φθινόπωρο, η άνοιξη και το καλοκαίρι.

Από τον αριθμό των βιολογικά ξηρών ημερών που κυμαίνεται μεταξύ 125 και 150 προκύπτει ότι ο χαρακτήρας του βιοκλίματος της περιοχής είναι έντονα θερμομεσογειακός από το δε βροχοθερμικό πηλίκο (Q) συνεπάγεται ότι η περιοχή ανήκει στον ημίξερο βιοκλιματικό όροφο με χειμώνα ήπιο (Q=61,45 και m=6,2) και με σπάνιους παγετούς και χιόνια.

Το μέσο ύψος βροχής σε ολόκληρη τη λεκάνη απορροής ανέρχεται σε 500mm.  Επίσης ο μέσος όγκος βροχής στη λεκάνη ανέρχεται σε 17,8 x 106 m3, εκ των οποίων εκφορτίζονται στην πεδινή ζώνη μέσω της Μακαρίας πηγής 6,23 x 106 m3, ενώ το υπόλοιπο εξατμίζεται.  Εκτιμάται ότι προ του 1923 ο βιότοπος δεχόταν ετησίως ποσότητα νερού της τάξης των 6-7 x 106 m3. Στην ποσότητα αυτή θα πρέπει να προστεθεί μια επιπλέον ποσότητα πλημμυρικών απορροών που κατέληγαν στην περιοχή από την ανάντη ορεινή λεκάνη. Οι πλημμυρικές αυτές απορροές είχαν μεγάλη σημασία για την τροφοδοσία του με θρεπτικά στοιχεία.  Η σημερινή εισροή νερού στο βιότοπο γίνεται κυρίως από την βροχή που προσπίπτει απευθείας. Η ποσότητα αυτή είναι της τάξης των 0,7 x 106 m3 ετησίως. Επομένως το υδρολογικό καθεστώς του οικοσυστήματος είναι σαφώς διαταραγμένο σε σχέση με τη φυσική κατάστασή του.

 

Βραυρώνα – Παράκτια Θαλάσσια Ζώνη (GR3000004)

ΟΙΚΟΤΟΠΟΙ

Στην περιοχή της Βραυρώνας παρατηρούνται 15 τύποι οικοτόπων Ευρωπαϊκής σημασίας (Παράρτημα Ι της  Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας»), με τα φρύγανα Sarcopoterium spinosum να αποτελούν το χερσαίο φυσικό οικότοπο με τη μεγαλύτερη έκταση. Στο βόρειο τμήμα επικρατεί η μακκία και φρυγανική βλάστηση με ορισμένες νησίδες μεσογειακού πευκοδάσους με ενδημικά είδη πεύκων, ενώ στο νοτιοανατολικό κομμάτι το πρότυπο αντιστρέφεται με τον κυριάρχο τύπο οικοτόπου 9540 «Μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκων της Μεσογείου» να εναλλάσσεται με φρύγανα Sarcopoterium spinosum και δενδροειδή matorrals με Juniperus spp. Στο κεντρικό τμήμα απαντώνται φρύγανα Sarcopoterium spinosum και δάση Olea-Ceratonia και προς τα δυτικά το τοπίο μεταβάλλεται με γεωργικές χρήσεις γης να επικρατούν. Η θαλάσσια ζώνη γύρω από τη Βραυρώνα έχει κυρίως αβαθείς κολπίσκους και κόλπους, λιβάδια με Posidonia oceanica και στις νησίδες της περιοχής παρατηρούνται απόκρημνες βραχώδεις ακτές με βλάστηση με ενδημικά Limonium spp. και φρύγανα. Το βυθό της θαλάσσιας ζώνης καλύπτουν λιβάδια ποσειδωνίας, τα οποία αποτελούν και οικότοπο προτεραιότητας βάσει της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

Εκτός από τους παραπάνω τύπους οικοτόπων, στο ανατολικό τμήμα εντοπίζονται διάσπαρτες μικρότερες εκτάσεις με Μεσογειακά αλίπεδα, Mεσογειακές και θερμοατλαντικές αλόφιλες λόχμες, υποτυπώδεις κινούμενες θίνες ενώ κατά μήκος ποταμών με περιοδική ροή, έχουν καταγραφεί παρόχθια δάση-στοές και λόχμες και βλάστηση του συνδέσμου Paspalo−Agrostidion.

Σύμφωνα με τη δεύτερη εθνική έκθεση στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας των Οικοτόπων (Οδηγία 92/43/ΕΟΚ) ο βαθμός διατήρησης κρίνεται για τους περισσότερους τύπους οικοτόπων μέτρια έως καλή, με εξαίρεση τις υποτυπώδεις κινούμενες θίνες οι οποίες βρίσκονται σε κακή κατάσταση διατήρησης. Πιο συγκεκριμένα, η μακκία και φρυγανική βλάστηση επηρεάζεται από τη βόσκηση, ενώ ο βυθός της θαλάσσιας ζώνης είναι διαταραγμένος και απαιτεί την παρουσία των Cymodocea nodosa, Posidonia oceanica, Zostera noltii προκειμένου να διατηρηθεί η οικολογική ισορροπία.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

Οι κυριότερες κατηγορίες βλάστησης που συναντώνται στη Βραυρώνα μπορούν να χωριστούν σε 4 κατηγορίες:

– τη θαλάσσια και παράκτια ζώνη,

– την υγροτοπική βλάστηση,

– τους μεσογειακούς θαμνώνες,

– τα πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκων.

Ο βυθός του όρμου της Βραυρώνας καλύπτεται από λιβάδια ποσειδωνίας (Posidonia oceanica) και Zostera noltii, στα οποία συνυπάρχει και το Cymodocea nodosa (ενταγμένο στο Βιβλίο ερυθρών δεδομένων των σπάνιων και απειλούμενων φυτών της Ελλάδος). Στην παράκτια ζώνη περιλαμβάνονται διάφορες μεσογειακές κοινωνίες παράκτιων αλατούχων λιβαδιών της τάξης Juncetalia maritimi με κυριαρχία των Juncus maritimus και Juncus acutus, πολυετής βλάστηση από θαμνόμορφα είδη (Salicornia spp., Limonium vulgare, Suaeda spp.και Atriplex spp. ενότητες) της κλάσης Sarcocornetea (Arthrocnemetea) fruticosi, καθώς και διάφορα είδη που ανήκουν στην ενότητα Crithmo-Staticion και εντοπίζονται κυρίως στις απόκρημνες βραχώδεις ακτές.

Στον υγρότοπο που διαμορφώνεται  από την εκβολή του Ερασίνου ποταμού στη θαλάσσα και τις εποχιακά κατακλιζόμενες εκτάσεις, επικρατούν οι κοινωνίες της Paspalo-Agrostidion με χαρακτηριστικά είδη τα Paspalum paspaloides, Cyperus fuscus , Polygonum amphibium, Ranunculus fluctans, Potamogeton natans, P. nodosus, P. pectinatus, καλαμιώνες με Phragmites australis και Typha sp. Περιφερειακά του υγρότοπου αναπτύσσονται θαμνώνες με αρμυρίκια (Tamarix sp.), λυγαριές (Vitex agnus-castus) και πικροδάφνες (Nerium sp.) και δάση ελιάς και χαρουπιάς με κυρίαρχα τα είδη Olea europaea ssp. sylvestris, Ceratonia siliqua, Pistacia lentiscus, Myrtus communis.

Η μεγαλύτερη έκταση της Ε.Ζ.Δ. της Βραυρώνας καλύπτεται από χαμηλούς, ακανθώδεις σχηματισμούς από ημισφαιρικούς θάμνους της παράκτιας θερμο -μεσογειακής ζώνης με χαρακτηριστικά είδη τα Sarcopoterium spinosum, Coridothymus capitatus, Genista acanthoclada, Anthyllis hermanniae, Euphorbia acanthothamnos, Cistus spp., Phlomis fruticosa κλπ. (φρυγανικά είδη της κλάσης Cisto-Micromerietea).

Στα ανατολικά εξαπλώνονται μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκης της Μεσογείου με κυρίαρχο είδος τη χαλέπιο πέυκη (Pinus halepensis subsp. halepensis). Στη χλωριδική σύνθεση συμμετέχουν συχνά με μεγάλη πληθοκάλυψη είδη της Oleo-Ceratonion και Oleo- Lentiscetum aegaeicum (Pistacia lentiscus, Olea europea ssp. oleaster) αλλά και της Quercetea, Quercetalia ilicis (Arbutus unedo, Quercus ilex, Myrtus communis, Smilax aspera). Άλλα είδη που συμμετέχουν είναι τα Phillyrea latifolia, Smilax aspera, Lonicera implexa, Hypericum empetrifolium, Pinus pinea, Scaligeria napiformis, Crepis fraasii, Rhamnus alaternus.

 

ΠΑΝΙΔΑ

Η ποικιλότητα των ενδιαιτημάτων της περιοχής ευνοεί την παρουσία και αναπαραγωγή πλήθους ζωικών οργανισμών, και ιδιαίτερα την ορνιθοπανίδα, καθώς η Βραυρώνα βρίσκεται πάνω στη μεταναστευτική διαδρομή των πτηνών κατά μήκος των ακτών της ηπειρωτικής Ελλάδας. Δεδομένου ότι η Βραυρώνα βρίσκεται στην Αττική, από τις πλέον υποβαθμισμένες και πυκνοκατοικημένες περιοχές στην Ελλάδα, την καθιστά περιοχή υψηλής οικολογικής αξίας, τόσο ως καταφύγιο όσο και ως κόμβος του δικτύου προστατευόμενων περιοχών για τη μετακίνηση και διασπορά των οργανισμών.

ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑ

Στην περιοχή έχουν καταγραφεί 141 είδη πουλιών από τα οποία:

– 36 είναι μόνιμοι επισκέπτες,

– 55 επισκέπτονται την περιοχή το καλοκαίρι και αναπαράγονται,

– 51 είναι αποδημητικά (παρατηρούνται μόνο την άνοιξη και το φθινόπωρο), και

– 35 διαχειμάζουν στην περιοχή.

Γύρω από τις ακτές της Βραυρώνας συναντώνται διάφορα αποδημητικά (αλκυόνα, νανοσκαλίδρα, λευκοτσικνιάς, χουλιαρομύτα, χαλκόκοτα, κοκκινοσκέλης) και διαχειμάζοντα είδη (καστανοκέφαλος γλάρος, νανοβουτυχτάρι). Στον υγρότοπο παρατηρείται η υψηλότερη ποικιλότητα πτηνών της περιοχής με είδη που ξεχειμωνιάζουν όπως η κοκκινότσιχλα, η σταρήθρα και το βουνοτσίχλονο, άλλα μένουν μόνιμα όπως η σακουλοπαπαδίτσα, ο γκιώνης, η νερόκοτα, το ψευταηδόνι και άλλα διασχίζουν την περιοχή κατά τη μετανάστευση (κρυπτοτσικνιάς, σαρσέλα, καλαμόκιρκος, κρικομυγοχάφτης, νυχτοκόρακας, μικροπουλάδα, μικροτσικνιάς). Στους θαμνώνες γύρω από τον υγρότοπο δραστηριοποιούνται όλο το χρόνο αρπακτικά όπως ο πετρίτης και το βραχοκιρκίνεζο, το καλοκαίρι εμφανίζονται τσαλαπετεινοί και αηδόνια, ενώ κατά τη μετανάστευση παρατηρούνται είδη όπως ο αετομάχος και ο σταυραετός. Στα δάση χαλέπιου πεύκης βρίσκουν καταφύγιο μόνιμοι κάτοικοι και καλοκαιρινοί επισκέπτες, όπως ο κοκκινοκεφαλάς και ο καμποδενδροβάτης αλλά και μεταναστευτικά πουλιά, π.χ. θαμνοφυλλοσκόπος και καστανολαίμης.

ΕΡΠΕΤΟΠΑΝΙΔΑ

Στη Βραυρώνα συναντώνται δύο από τα τρία είδη χερσαίας χελώνας που υπάρχουν στην Ελλάδα, η κρασπεδοχελώνα (Testudo marginata) και η μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni) καθώς και τα δύο είδη του γλυκού νερού, η ποταμοχελώνα (Mauremys rivulata) και η βαλτοχελώνα (Emys orbicularis). Όλες προστατεύονται από την Κοινοτική Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Παράρτημα ΙΙ, ΙV), το Π.Δ. υπ’αρ.67 και τη Συνθήκη της Βέρνης (Παράρτημα ΙΙ).

Επιπλέον, στην περιοχή έχει καταγραφεί η παρουσία τουλάχιστον 10 είδη λεπιδωτών. Στον υγρότοπο παρατηρείται το νερόφιδο (Natrix natrix), ενώ σε χερσαία ενδιαιτήματα συναντώνται ο τυφλίνος (Typhlops vermicularis), η οχιά (Vipera ammodytes), το σπιτόφιδο (Zamenis situlus), η σαΐτα (Platyceps najadum), ο αβλέφαρος (Ablepharus kitaibelli), ο τυφλίτης (Pseudopus apodus), το λιακόνι λιακόνι (Calcides ocellatus), το κονάκι (Anguis fragilis), η πρασινόσαυρα (Lacerta viridis), και το σιλιβούτι (Podarcis erhardii). Όλα εκτός από το κονάκι και τον τυφλίνο προστατεύονται από την Κοινοτική Οδηγία 92/43/ΕΟΚ.

ΑΜΦΙΒΙΑ

Τα αμφίβια που απαντώνται στον υγρότοπο της Βραυρώνας είναι ο πρασινόφρυνος (Bufo viridis), ο χωματόφρυνος (Bufo bufo), ο δενδροβάτραχος (Hyla arborea) και ο βαλκανοβάτραχος (Pelophylax kurtmuelleri). Ο πρασινόφρυνος, ο δενδροβάτραχος και ο χωματόφρυνος είναι είδη που προστατεύονται βάσει του ελληνικού ή/και του ευρωπαϊκού δικαίου.

ΙΧΘΥΟΠΑΝΙΔΑ

Στον Ερασίνο ποταμό έχει καταγραφεί το ενδημικό είδος μικρού ψαριού γλυκών νερών αττικόψαρο ή ντάσκα (Pelasgus marathonicus) με ευρεία ασυνεχή εξάπλωση σε πηγές, ρέματα και κανάλια από την Αττική ως τη Μαγνησία. Το αττικόψαρο περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας ως άμεσα κινδυνεύον με εξαφάνιση εξαιτίας της καταστροφής των ενδιαιτημάτων του.

ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Στις χερσαίες εκτάσεις της προστατευόμενης περιοχής δραστηριοποιούνται αρκετά νυκτόβια ζώα όπως αλεπούδες (Vulpes vulpes), ασβοί (Meles meles) λαγοί (Lepus europaeus), τυφλοπόντικες (Talpa sp.), σκαντζόχοιροι (Erinaceus concolor) και νυφίτσες (Mustela nivalis), μικροθηλαστικά όπως ο δασοποντικός (Apodemus sylvaticus), ο σταχτοποντικός (Mus musculus) αλλά και ιπτάμενα θηλαστικά όπως η βουνονυχτερίδα (Hypsugo savii), η νανονυχτερίδα (Pipistrellus pipistrellus) και η λευκονυχτερίδα (Pipistrellus kuhlii).

 

ΓΕΩΛΟΓΙΑ

Η περιοχή είναι πεδινή στο κεντρικό τμήμα με το υψόμετρο να φτάνει περίπου τα 100 μ. στο βόρειο τμήμα και κοντά στα 600 μ. στα ανατολικά, το όρος Μερέντα. Οι κλίσεις είναι μεγαλύτερες στους λόφους γύρω από τον υγρότοπο της Βραυρώνας και στο ανατολικό άκρο της περιοχής. Στα όρια της προστατευόμενης περιοχής περιλαμβάνεται η λεκάνη απορροής του Ερασίνου ποταμού έκτασης 204 km2, ο οποίος είναι και ο βασικός τροφοδότης γλυκού νερού του υγρότοπου.

Η περιοχή ανήκει στην Αττικο-Κυκλαδική Μάζα, όπως η υπόλοιπη Αττική και η γεωλογική της δομή χωρίζεται κυρίως σε 4 ενότητες. Το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής καλύπτεται από ανθρακικούς σχηματισμούς του Τριασσικού-Ανώτερου Κρητιδικού, κυρίως ασβεστόλιθους και σχιστόλιθους, με οφιόλιθους και μάρμαρα. Η λεκάνη απορροής του Ερασίνου καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της από Νεογενείς σχηματισμούς με ανθρακικά, μάργες, κροκαλοπαγή και άμμο κλπ. Η απορροή είναι περιορισμένη, καθώς οι κοίτες πολλών ρεμάτων ουσιαστικά εξαφανίζονται ως αποτέλεσμα ανθρωπογενών κυρίως παρεμβάσεων, όπως η κατασκευή του αεροδρομίου και η επέκταση των οικισμών. Επιπλέον, η χρήση πηγαδιών και γεωτρήσεων για την άρδευση των καλλιεργιών περιμετρικά της κοίτης του Ερασίνου, οδηγούν σε άνοδο της αλατότητας επιφανειακού υδροφόρου ορίζοντα. Το δυτικό τμήμα της περιοχής, το τμήμα της πεδιάδας των Μεσογείων που περιλαμβάνεται στα όρια της προστατευόμενης περιοχής, αποτελείται από Νεογενείς αποθέσεις και καλύπτεται από ερυθροχώματα και τραβερτινοειδείς ασβεστόλιθους. Οι ακτές της Αρτέμιδας και της Βραυρώνας συνίστανται από αιολικές αποθέσεις άμμων και μικρών θινών. Νοτιότερα παρατηρείται μικρή σταδιακή αύξηση των κλίσεων των ακτών, στις οποίες υπάρχουν κατά θέσεις ιζήματα, ενώ στις εκβολές των ρεμάτων οι παραλίες αποτελούνται από κροκάλες και άμμο.

 

ΚΛΙΜΑ

Το κλίμα της περιοχής είναι τυπικό Μεσογειακό με ξηρά καλοκαίρια και σύντομους, ήπιους χειμώνες. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι περίπου 18 °C και η μέση ετήσια βροχόπτωση περίπου 400 mm.

 

Όρος Υμηττού (GR3000015) Υμηττός – Αισθητικό Δάσος Καισαριανής – Λίμνη Βουλιαγμένης (GR3000006)

ΟΙΚΟΤΟΠΟΙ

Η περιοχή αποτελεί ένα δασικό, κατά κύριο λόγο, οικοσύστημα με εξαίρεση το νότιο τμήμα όπου βρίσκεται η λίμνη Βουλιαγμένης, τη νοτιοανατολική παράκτια ζώνη όπου υπάρχουν απόκρημνοι βράχοι με ενδημικά είδη Limonium και την υπόλοιπη παράκτια ζώνη η οποία είναι βραχώδης χωρίς βλάστηση. Ο Υμηττός στο μεγαλύτερο μέρος του καλύπτεται από ένα μωσαϊκό μεσογειακού πευκοδάσους, φρυγάνων με Sarcopoterium spinosum, δάσους ελιάς-χαρουπιάς, και δενδρώδων matorrals με Juniperus spp. Κατά τόπους υπάρχουν βραχώδη πρανή με χασμοφυτική βλάστηση. Στο νότιο τμήμα, το οποίο είναι και πιο έντονα κατακερματισμένο, επικρατούν τα φρύγανα Sarcopoterium spinosum και τα μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκης. Βορειανατολικά της Βάρης κυριαρχούν τα δάση Olea-Ceratonia και τα μεσογειακά πευκοδάση με μικρότερες νησίδες με φρύγανα. Στην κορυφή Εύζωνας διασώζεται ένα υπόλειμμα παλαιότερης εξάπλωσης ελληνικού δάσους πρίνου. Η περιοχή δίπλα στη λίμνη Βουλιαγμένης είναι καλυμμένη με φρύγανα Sarcopoterium spinosum.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

Το βουνό του Υμηττού αριθμεί περισσότερα από 600 φυτικά είδη των οποίων η κατανομή εξαρτάται κυρίως από το γεωλογικό υπόστρωμα και το μικροκλίμα. Η βλάστηση της περιοχής διακρίνεται σε 2 κλάσεις, στη Quercetea ilicis, όπου υπάγονται τα πυκνά δάση Pinus halepensis και τα δάση Olea-Ceratonia, και στη Cisto-Micromerietea julianae, όπου εντάσσονται οι ασυνεχείς θαμνώνες χαμηλού και μέσου ύψους. Στα πυκνά πευκοδάση κυριαρχούν τα Brachypodium retusum, Cistus incanus ssp. creticus και C. salvifolius, Hypericum empetrifolium και Anthyllis hermanniae. Βόρεια της μονής Καισαριανής ο υποόροφος διαφοροποιείται βάσει της παρουσίας των Lonicera implexa, Arbutus unedo και Α. andrachne, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές χαρακτηρίζεται από τα είδη Pistacia lentiscus και Erica manipuliflora. Αξίζει να αναφερθεί ότι η δυτική πλαγιά του Υμηττού είναι αναδασωμένη έκταση με τραχεία και χαλέπιο πεύκη, κουκουναριά, διάφορες ποικιλίες κυπαρισσιού, κουτσουπιά, αριά και άλλα είδη, τα οποία πλέον αναγεννώνται φυσικά και δε διαφέρουν χλωριδικά από τα φυσικά δάση χαλέπιου πεύκης της περιοχής.  Οι θαμνώνες μέσου ύψους κυριαρχούνται είτε από Ceratonia siliqua, Pistacia lentiscus, Olea europaea και σχηματίζουν δάση ελιάς-χαρουπιάς, είτε από Quercus coccifera σχηματίζοντας το υπόλειμμα ελληνικού δάσους πρίνου που εντοπίζεται στην υψηλότερη κορυφή του βουνού. Οι θαμνώνες χαμηλού ύψους, δηλαδή οι φρυγανικοί τύποι οικοτόπων, αν και αποτελούν υποβαθμισμένα ενδιαιτήματα, εμφανίζουν τη μεγαλύτερη ποικιλότητα φυτικών ειδών στην περιοχή του Υμηττού. Ενδεικτικά, εκτός από το κυρίαρχο Sarcopoterium spinosum, παρατηρούνται Coridothymus capitatus, Phagnalon graecum, Genista acanthoclada, Helichrysum conglobatum, Cistus, Erica manipuliflora, Fumana, Anthyllis hermanniae, Fumana arabica, Cistus salviifolius, Satureja thymbra,  Teucrium capitatum, Micromeria nervosa, Euphorbia acanthothamnos, Asparagus aphyllus, Convolvulus oleifolius, Teucrium brevifolium, Cistus parviflorus κ.α.

Στην περιοχή του Υμηττού συναντάται πλήθος ενδημικών ειδών όπως τα Biarum spruneri, Bolanthus graecus, Campanula celsii, Centaurea attica ssp. pentelica, Centaurea raphanina ssp. mixta, Cerastium candidissimum, Crocus laevigatus, Fritillaria graeca, Fritillaria obliqua, Helianthemum hymettium, Inula candida ssp. limonella, Linum leucanthum, Onobrychis ebenoides, Scabiosa hymettia, Scorzonera crocifolia, Silene spinescens κ.α. Επιπλέον, στον Υμηττό έχει καταγραφεί από τους Zografidis et al. (2014)  το στενο-ενδημικό είδος Centaurea hymettia.

Εντός της λίμνης Βουλιαγμένης έχουν καταγραφεί 12 φυτικά είδη, όλα τυπικά αυτού του τύπου οικοτόπου (Chintiroglou, 2008).

 

ΠΑΝΙΔΑ

ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑ

Τα ενδιατήματα που υπάρχουν στον Υμηττό, όπως οι απόκρημνες βραχώδεις εκτάσεις και το ποικίλο σε χλωριδική σύνθεση Άλσος της Καισαριανής, καθιστούν την περιοχή ιδανική για δασικά και αρπακτικά είδη. Τα είδη χαρακτηρισμού της Ζ.Ε.Π. του Υμηττού είναι η αετογερακίνα (Buteo rufinus), η οποία έχει χαρακτηριστεί ως τρωτό σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας,  και ο αιγαιοτσιροβάκος (Sylvia rueppelli). Η περιοχή είναι σημαντική και για άλλα αρπακτικά όπως τον πετρίτη (Falco peregrinus), το φιδαετό (Circaetus gallicus), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), το μαυροπετρίτη (Falco eleonorae), το κιρκινέζι (Falco naumanni), το μαυροκιρκίνεζο (Falco vespertinus), τη γερακίνα (Buteo buteo), τον καλαμόκιρκο (Circus aeruginosus), το χειμωνόκιρκο (Circus cyaneus), το λιβαδόκιρκο (Circus pygargus), το σπιζαετό (Hieraaetus fasciatus), και το γερακαετό (Hieraaetus pennatus). Τα φρύγανα της περιοχής αποτελούν θέσεις φωλεοποίησης για το σκουρόβλαχο (Emberiza caesia), τον κοκκινοτσιροβάκο (Sylvia cantillans), το δεντροτσιροβάκο (Sylvia crassirostris) και την ασπροκωλίνα (Oenanthe hispanica). Στον Υμηττό συναντώνται άλλα τρία είδη της Μεσογειακής μεγαδιάπλασης, τα Sylvia melanocephala, Sitta neumayer, και Emberiza melanocephala.

Άλλα αξιοσημείωτα είδη της ορνιθοπανίδας είναι η κουκουβάγια (Athene noctua), η τυτώ (Tyto alba), η σταρήθρα (Alauda arvensis), η πετροπέρδικα (Alectoris graeca graeca), η ωχροκελάδα (Anthus campestris), η βουνόσταχτάρα (Apus melba), η σταχτάρα (Apus apus), η μικρογαλιάντρα (Calandrella brachydactyla), το γιδοβύζι (Caprimulgus europaeus), ο πελαργός (Ciconia ciconia), η χαλκοκουρούνα (Coracias garrulous), το ορτύκι (Coturnix coturnix), το σπιτοχελίδονο (Delichon urbicum), το βλαχοτσίχλονο (Emberiza hortulana), ο κρικομυγοχάφτης (Ficedula albicolli), ο νανομυγοχάφτης (Ficedula parva), το σταβλοχελίδονο (Hirundo rustica), ο στραβολαίμης (Jynx torquilla), ο αετομάχος (Lanius collurio), ο σταχτοκεφαλάς (Lanius minor), η δεντροσταρήθρα (Lullula arborea), ο μελισσοφάγος (Merops apiaster), ο συκοφάγος (Oriolus oriolus), ο σφηκιάρης (Pernis apivorus), το τρυγόνι (Streptopelia turtur).

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι 16 είδη πουλιών που έχουν παρατηρηθεί στον Υμηττό περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I της Οδηγίας 2009/147 της Ε.Ε. και είναι αυστηρά προστατευόμενα.

ΕΡΠΕΤΟΠΑΝΙΔΑ

Πέρα από την ποικίλη ορνιθοπανίδα στον Υμηττό βρίσκουν καταφύγιο διάφορα ερπετά. Πιο συγκεκριμένα, στην περιοχή υπάρχουν οι χερσαίες χελώνες Testudo hermanii και Testudo marginata, το λιακόνι (Chalcides ocellatus) και η πρασινόσαυρα (Lacerta viridis). Επιπλέον, έχουν καταγραφεί σπιτόφιδα (Elaphe situla), σαΐτες (Coluber najadum), οχιές (Vipera ammodytes) και νερόφιδα (Natrix natrix).  Όλα τα είδη που αναφέρθηκαν προστατεύονται από την εθνική ή/και ευρωπαϊκή νομοθεσία.

ΑΜΦΙΒΙΑ

Στα ρέματα της περιοχής έχουν καταγραφεί πράσινοι φρύνοι και άλλα αμφίβια.

ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Στην περιοχή ζουν και αναπαράγονται διάφορα θηλαστικά, όπως αλεπούδες (Vulpes vulpes), ασβοί (Meles meles), νυφίτσες (Mustela nivalis), τυφλοπόντικες (Talpa sp.), σκαντζόχοιροι (Erinaceus concolor). Οι νυχτερίδες Hypsugo savii, Pipistrellus pipistrellus, Pipistrellus kuhlii, Tadarida teniotis που παρατηρούνται στον Υμηττό περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

ΙΧΘΥΟΠΑΝΙΔΑ

Στη λίμνη έχουν καταγραφεί 3 είδη ψαριών, το ευρωπαϊκό χέλι (Anguilla anguilla), το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως κρισίμως κινδυνεύον σύμφωνα με την Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών της IUCN και σχεδόν κινδυνεύον σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας, το Poecilia latipinna, ένα εισβολικό είδος προερχόμενο από τη νότιο Αμερική, και το Millerigobius macrocephalus, ενδημικό ψάρι της Μεσογείου. Ο πληθυσμός του Poecilia latipinna στη λίμνη Βουλιαγμένης αποτελεί τον μοναδικό επιβεβαιωμένο πληθυσμό στην Ευρώπη και πιθανώς προέκυψε από απελευθέρωση του είδους από ενυδρεία. ΑΣΠΟΝΔΥΛΑ

Στη λίμνη Βουλιαγμένης έχουν καταγραφεί 17 μακροβενθικά είδη, τα οποία έχουν καταγραφεί και σε άλλες λίμνες εκτός από το Paranemonia vouliagmenensis, ένα στενοενδημικό είδος που έχει καταγραφεί μόνο στη λίμνη Βουλιαγμένης.

 

ΓΕΩΛΟΓΙΑ

Ο Υμηττός είναι ένα μακρόστενο βουνό με μήκος περίπου 20 km και πλάτος 6 km. Τέμνεται εγκάρσια από ένα βαθύ φαράγγι σε 2 τμήματα, το βόρειο και το νότιο Υμηττό. Στην περιοχή υπάρχουν περισσότερα από 50 σπήλαια και βάραθρα. Ο Υμηττός ανήκει στην Αττικο-Κυκλαδική Μάζα και γεωλογικοί σχηματισμοί ανήκουν στις Μεταμορφωμένες Σειρές της Ζώνης Γαβρόβου-Τρίπολης και συγκεκριμένα στη Σειρά Υμηττού-Νότιας Αττικής και τριαδικής-ιουρασικής ηλικίας (Κατσίκατσος 1992).

Το βόρειο τμήμα είναι ψηλότερο και καλύπτεται κυρίως από σχιστόλιθους, ενώ το νότιο έχει μικρότερο υψόμετρο και επικρατούν ασβεστολιθικά εδάφη. Ενίοτε, όγκοι μαρμάρου υπάρχουν κάτω από τους επιφανειακούς σχιστόλιθους. Η ύπαρξη των σχηματισμών αυτών αιτιολογεί την απουσία πηγών και επιφανειακών υδάτων. Πηγές εμφανίζονται μόνο στις περιοχές που επικαλύπτονται οι σχιστόλιθοι με τους ασβεστόλιθους. Πιο αναλυτικά, τα πετρώματα διακρίνονται στους εξής σχηματισμούς:

– Σχιστόλιθοι Βάρης

– Δολομιτικοί και ασβεστολιθικοί σχιστόλιθοι νότια της Ηλιούπολης

– Κατώτερο μάρμαρο στον κύριο ορεινό όγκο του Υμηττού

– Σχιστόλιθοι Καισαριανής από τον Καρέα, γύρω από τις Μονές Καισαριανής και Αστερίου και στην ανατολική πλευρά

– Ανώτερο Μάρμαρο βόρεια της ζώνης των σχιστόλιθων Καισαριανής (κυρίως μεταξύ Παπάγου και Γλυκών Νερών).

 

Τα εδάφη της περιοχής έχουν διαβρωθεί έντονα σε ορισμένα σημεία, ειδικά κοντά στις κορυφές με αποτέλεσμα να παρατηρείται μόνο χασμοφυτική βλάστηση.

Η λίμνη Βουλιαγμένης είναι μια καρστική, υφάλμυρη λίμνη σε ασβεστολιθικά εδάφη. Κάτω από τη λίμνη υπάρχει ένα σύμπλεγμα σπηλαίων, το οποίο ακόμα δεν έχει εξερευνηθεί πλήρως. Το σπήλαιο έχει 14 σήραγγες, η μια εκ των οποίων μήκους 800 m, είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο.

 

ΚΛΙΜΑ

Το κλίμα της περιοχής είναι μεσογειακό με ήπιο χειμώνα και πολύ θερμό, ξηρό θέρος, με εξαίρεση το βόρειο τμήμα του Υμηττού, όπου λόγω υψομέτρου η μέση θερμοκρασία πέφτει και το κλίμα γίνεται μεσογειακό με ήπιο χειμώνα και θερμό, ξηρό θέρος. Οι περιοχές με υψόμετρο μικρότερο των 300 m υπάγονται στον ημίξηρο βιοκλιματικό όροφο με ήπιο χειμώνα, ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα μεταβάλλεται σε ύφυγρο με ψυχρό έως δριμύ χειμώνα. Σύμφωνα με τον ξηροθερμικό δείκτη, δηλαδή τον αριθμό των βιολογικά ξηρών ημερών ανά έτος, η περιοχή έχει ασθενή έως έντονο θερμομεσογειακό βιοκλιματικό χαρακτήρα. Οι πληροφορίες για το κλίμα της περιοχής αντλήθηκαν από τη διατριβή του Γούβα (2001), ελλείψει δεδομένων από μετεωρολογικούς σταθμούς της περιοχής.

 

Σούνιο – Νησίδα Πατρόκλου και Παράκτια Θαλάσσια Ζώνη (GR3000005)

ΟΙΚΟΤΟΠΟΙ

Στην Ε.Ζ.Δ. του Σουνίου υπάρχουν 14 τύποι οικοτόπων με τη μεγαλύτερη έκταση να καταλαμβάνουν τα διάσπαρτα σε ολόκληρη την περιοχή δάση Oleo-Ceratonia, τα οποία όμως είναι αρκετά υποβαθμισμένα. Ο επόμενος σε έκταση τύπος οικοτόπου είναι τα μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκης. Το δάσος χαλέπιου πεύκης στο Σούνιο αποτελούν το εκτενέστερο και καλύτερα διατηρημένο πευκοδάσος στην περιοχή της ανατολικής Αττικής. Μικρές εκτάσεις φρυγάνων Sarcopoterium spinosum εντοπίζονται διάσπαρτες ανάμεσα στο μωσαϊκό που σχηματίζουν το πευκοδάσος και το δάσος ελιάς-χαρουπιάς. Η παράκτια ζώνη ανατολικά του αρχαιολογικού χώρου περιλαμβάνει βραχώδεις και αμμώδεις ακτές χωρίς βλάστηση, ενώ προς τα δυτικά προστίθενται υποτυπώδεις κινούμενες θίνες με Elymus farctus και Pancratium martimum, απόκρημνες βραχώδεις ακτές με ενδημικά είδη Limonium spp. και εσωτερικά των ακτών εμφανίζονται κατά τόπους δεντρώδη matorrals με Juniperus spp. Ειδικά στην παράκτια ζώνη του υγρότοπου των Λεγραινών έχουν καταγραφεί υποτυπώδεις κινούμενες θίνες, οι οποίες βορειότερα αντικαθίστανται από θίνες με βλάστηση σκληρόφυλλων θάμνων της τάξης Cisto-Lavanduletalia και υποβαθμισμένο δάσος Oleo-Ceratonia και στη συνέχεια επικρατούν Μεσογειακές και θερμοατλαντικές αλόφιλες λόχμες της κλάσης Sarcocornietea fruticosi. Στο μέσο περίπου της παραλίας εμφανίζονται καλαμιώνες με Phragmites australis και Typha sp. Στο δυτικό άκρο της Ε.Ζ.Δ. η μονοετής βλάστηση μεταξύ των ορίων άμπωτης και πλημμυρίδας με Cakile maritima και Salsola kali,  εναλλάσσεται με ένα μικρό τμήμα δάσους ελιάς-χαρουπιάς, μεσογειακές και θερμοατλαντικές αλόφιλες λόχμες και υποτυπώδεις κινούμενες θίνες.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

Για τη χλωρίδα της Λαυρεωτικής χερσονήσου υπάρχουν σποραδικές πληροφορίες και οι υπάρχουσες μελέτες επικεντρώνονται κυρίως στην επίδραση των πυρκαγιών στα μεσογειακά οικοσυστήματα, δεδομένου ότι η περιοχή έχει πληγεί επανειλημμένα από φωτιές (1985, 1992, 2000, 2012). Στον Εθνικό Δρυμό Σουνίου έχουν καταγραφεί 401 είδη και υποείδη, ενώ στη δυτική Λαυρεωτική περισσότερα από 170. Το δάσος χαλεπίου πεύκης παρουσιάζει την τυπική εικόνα μεσογειακού πευκοδάσους με κυρίαρχο δεντρώδες είδος το Pinus halepensis και ανάλογα με το στάδιο ανάπτυξης του δάσους παρατηρούνται περισσότερα ή λιγότερα άτομα Quercus coccifera, Pistacia lentiscus, Cistis sp., Corydothymus capitatus κ.α. Στα δάση ελιάς-χαρουπιάς εμφανίζονται κυρίως αείφυλλα σκληρόφυλλα είδη όπως Olea europaea subsp. sylvestris, Ceratonia siliqua, Pistacia lentiscus, Myrtus communis, Quercus coccifera, Phillyrea latifolia, Calicotome villosa κ.α. Στα φρύγανα Sarcopoterium spinosum που εμφανίζονται στην περιοχή συμμετέχουν τα είδη Coridothymus capitatus, Phagnalon graecum, Genista acanthoclada, Helichrysum conglobatum, Cistus, Erica manipuliflora, Fumana, Anthyllis hermanniae, Fumana arabica, Cistus salviifolius, Satureja thymbra,  Teucrium capitatum, Micromeria nervosa, Euphorbia acanthothamnos, Asparagus aphyllus, Convolvulus oleifolius, Teucrium brevifolium, Cistus parviflorus και πολλά άλλα μιας και πρόκειται για έναν από τους πιο ποικιλόμορφους τύπους μεσογειακών οικοτόπων. Η πλειοψηφία των συστάδων αρκεύθου (συστάδες με δεντρώδη Juniperus phoenicea, Pistacia lentiscus) της περιοχής κάηκαν στις τελευταίες πυρκαγιές και η φυσική αναγέννηση τους είναι μάλλον απίθανη.

Στην περιοχή έχουν καταγραφεί αρκετά ενδημικά είδη και υποείδη, όπως η Centaurea raphanina ssp. mixta, η Centaurea laureotica (προστατεύεται με το Π.Δ. 67/1981), το Onobrychis ebenoides, Inula verbascifolia ssp. methanea, Anchusa variegate, Campanula drabifolia ssp. drabifolia, Scorzonera crocifolia, Crocus laevigatus, Crocus cartwrightianus, Gagea gagea, Ophrys fusca ssp. laureotica.

 

ΠΑΝΙΔΑ

ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑ

Η χερσόνησος της Λαυρεωτικής συνιστά σημαντική περιοχή για την ορνιθοπανίδα καθώς βρίσκεται πάνω στη μεταναστευτική οδό των πτηνών. Στην περιοχή συναντώνται διάφορα κοινά είδη όπως η σταρήθρα (Alauda arvensis), η πετροπέρδικα (Alectoris graeca), η ωχροκελάδα (Anthus campestris), η κοινή σταχτάρα (Apus apus), η βουνοσταχτάρα (Apus melba), η πετροτουρλίδα (Burhinus oedicnemus), το ορτύκι (Coturnix coturnix), ο καστανοκέφαλος γλάρος (Larus ridibundus), το τρυγόνι (Streptopelia turtur), ο κρίκομυγοχάφτης (Ficedula albicollis), η δεντροσταρήθρα (Lullula arborea), το σταβλοχελίδονο (Hirundo rustica), το λευκοχελίδονο (Delichon urbicum), ο κατσουλιέρης (Gallerida cristata) κ.α. Εκτός από αυτά έχουν παρατηρηθεί και διάφορα σπάνια και ενδιαφέροντα είδη όπως ο πελαργός (Ciconia ciconia), ο πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), ο λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta), ο αετομάχος (Lanius collurio),  ο αιγαιοτσιροβάκος (Sylvia rueppelli), η ασπροκωλίνα (Oenanthe huspanica), ο μύχος (Puffinus yelkouan) και το φρυγανοτσίχλονο (Emberiza caesia) το οποίο είναι και το είδος χαρακτηρισμού της Ζ.Ε.Π. Όσον αφορά στα αρπακτικά είδη, έχουν καταγραφεί ένα ζευγάρι σπιζαετού (Hieraaetus fasciatus), σαΐνια (Accipiter brevipes), γερακίνες (Buteo buteo), αετογερακίνες (Buteo rufinus), φιδαετοί (Circaetus gallicus), καλαμόκιρκοι (Circus aeruginosus), χειμωνόκιρκοι (Circus cyaneus), λιβαδόκιρκοι (Circus pygargus), μαυροπετρίτες (Falco eleonorae), κιρκινέζια (Falco naumanni), πετρίτες (Falco peregrinus) και γερακαετοί (Hieraaetus pennatus).

ΕΡΠΕΤΟΠΑΝΙΔΑ

Στην περιοχή υπάρχουν οι δύο από τις τρεις χερσαίες χελώνες, τυπικές των ξηρών Μεσογειακών οικοσυστημάτων, που βρίσκονται στην Ελλάδα (Testudo marginata και Testudo hermanni). Επιπλέον, έχουν καταγραφεί λιακόνια (Chalcides ocellatus), τρανόσαυρες (Lacerta trillineata) και οχιές (Vipera ammodytes).

ΑΜΦΙΒΙΑ

Κοντά στις περιοχές με περιοδική ύπαρξη νερού υπάρχουν πρασινόφρυνοι (Bufo viridis).

ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Στην περιοχή συναντώνται τα πιο κοινά θηλαστικά της Ελλάδας, όπως η αλεπού (Vulpes vulpes), ο ασβός (Meles meles), το κουνάβι (Martes martes), η νυφίτσα (Mustela nivalis), ο λαγός (Lepus europaeus) κ.α. Επιπλέον, έχουν παρατηρηθεί οι νυχτερίδες Hypsugo savii, Pipistrellus kuhlii, Tadarida teniotis, Miniopterus schreibersii, και Rhinolophus ferrumequinum.

Στη θαλάσσια ζώνη της Ε.Ζ.Δ. συναντώνται και ρινοδέλφινα (Tursiops truncatus).

ΑΣΠΟΝΔΥΛΑ

Στην παράκτια θαλάσσια ζώνη της Ε.Ζ.Δ. έχουν καταγραφεί πίννες (Pinna nobilis), αυστηρώς προστατευόμενο είδος, ενταγμένο στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και χαρακτηρισμένο ως τρωτό, σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας.

 

ΓΕΩΛΟΓΙΑ

Το νότιο τμήμα της Λαυρεωτικής χερσονήσου όπου βρίσκεται η περιοχή είναι κατά κύριο λόγο λοφώδες με μέγιστο ύψος τα 300 μ.   Το υπέδαφος καλύπτεται από στρωματώσεις μαρμάρων και σχιστόλιθων, ενώ ανάμεσά τους εντοπίζονται αργυρομολυβδούχα μεταλλεύματα. Η ύπαρξη αυτών των ορυκτών οδήγησε στην εντατική εκμετάλλευση της περιοχής για πολλά χρόνια στο παρελθόν με αρκετές συνέπειες στο περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα. Στην περιοχή παρατηρούνται επίσης διάσπαρτα σπήλαια και καρστικά έγκοιλα στα οποία έχουν εντοπιστεί πολλά απολιθώματα ζωικών και φυτικών ειδών, προσφέροντας πληροφορίες για την ποικιλότητα και το κλίμα της περιοχής χιλιάδες χρόνια πριν.

 

Περιοχή Λεγραινών – Νησίδα Πατρόκλου (GR3000014)

Η περιοχή των Λεγραινών περιλαμβάνει τρεις βασικούς μεσογειακούς τύπους οικοτόπων, μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά είδη πεύκης, φρύγανα Sarcopoterium spinosum και δεντρώδη matorrals με Juniperus spp. Τέλος, η νησίδα Πάτροκλου καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της από φρύγανα Sarcopoterium spinosum και δάση Oleo-Ceratonium. Οι ακτές της νησίδας είναι βραχώδεις χωρίς βλάστηση με εξαίρεση ένα τμήμα στα βορειοανατολικά που έχει θίνες με σκληρόφυλλους θάμνους.

ΠΑΝΙΔΑ

ΕΡΠΕΤΟΠΑΝΙΔΑ

Η χερσόνησος της Λαυρεωτικής συνιστά σημαντική περιοχή για την ορνιθοπανίδα καθώς βρίσκεται πάνω στη μεταναστευτική οδό των πτηνών. Στην περιοχή συναντώνται διάφορα κοινά είδη όπως η σταρήθρα (Alauda arvensis), η πετροπέρδικα (Alectoris graeca), η ωχροκελάδα (Anthus campestris), η κοινή σταχτάρα (Apus apus), η βουνοσταχτάρα (Apus melba), η πετροτουρλίδα (Burhinus oedicnemus), το ορτύκι (Coturnix coturnix), ο καστανοκέφαλος γλάρος (Larus ridibundus), το τρυγόνι (Streptopelia turtur), ο κρίκομυγοχάφτης (Ficedula albicollis), η δεντροσταρήθρα (Lullula arborea), το σταβλοχελίδονο (Hirundo rustica), το λευκοχελίδονο (Delichon urbicum), ο κατσουλιέρης (Gallerida cristata) κ.α. Εκτός από αυτά έχουν παρατηρηθεί και διάφορα σπάνια και ενδιαφέροντα είδη όπως ο πελαργός (Ciconia ciconia), ο πορφυροτσικνιάς (Ardea purpurea), ο λευκοτσικνιάς (Egretta garzetta), ο αετομάχος (Lanius collurio),  ο αιγαιοτσιροβάκος (Sylvia rueppelli), η ασπροκωλίνα (Oenanthe huspanica), ο μύχος (Puffinus yelkouan) και το φρυγανοτσίχλονο (Emberiza caesia) το οποίο είναι και το είδος χαρακτηρισμού της Ζ.Ε.Π. Όσον αφορά τα αρπακτικά είδη έχουν καταγραφεί ένα ζευγάρι σπιζαετού (Hieraaetus fasciatus), σαΐνια (Accipiter brevipes), γερακίνες (Buteo buteo), αετογερακίνες (Buteo rufinus), φιδαετοί (Circaetus gallicus), καλαμόκιρκοι (Circus aeruginosus), χειμωνόκιρκοι (Circus cyaneus), λιβαδόκιρκοι (Circus pygargus), μαυροπετρίτες (Falco eleonorae), κιρκινέζια (Falco naumanni), πετρίτες (Falco peregrinus) και γερακαετοί (Hieraaetus pennatus).

 

Θαλάσσια Περιοχή Παυσανία – Υποθαλάσσια Ηφαίστεια Μεθάνων (GR2510005)

Η περιοχή ανήκει στους τύπους οικοτόπου «1180 – Υποθαλάσσιοι σχηματισμοί δημιουργούμενοι από εκπομπές αερίων» που είναι εξαιρετικά σπάνιοι στην Ελλάδα (εμφανίζεται σε άλλες δύο περιοχές, τη Νίσυρο και τη Σαντορίνη). Η περιοχή αυτή έχει χαρακτηριστεί ως Τ.Κ.Σ. με το ν. 3937/2011, και εκτός από τον τύπο οικοτόπου 1180, στην περιοχή συναντώνται λιβάδια ποσειδωνίας, ύφαλοι και αμμοσύρσεις που καλύπτονται διαρκώς από θαλάσσιο νερό μικρού βάθους. Πλήθος ζωικών και φυτικών οργανισμών έχει καταγραφεί στην περιοχή με σημαντικότερα την πίννα (Pinna nobilis), η οποία υπάγεται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, και το μωβ αχινό (Paracentrotus lividus), ο οποίος έχει χαρακτηριστεί τρωτό είδος, σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας. Άλλα σημαντικά είδη της περιοχής είναι τα φυτά Asparagopsis armata, Caulerpa cylindracea, Cymodocea nodosa, Cystoseira corniculata, Ganonema farinosum, Halophila stipulacea, Sargassum spp., τα ασπόνδυλα Axinella spp., Balanophyllia europaea, Caryophyllia inornata, Cladocora caespitosa, Maja squinado, Pinna rudis και τα ψάρια Epinephelus marginatus, Sciaena umbra, Siganus luridus, Siganus rivulatus, Sparisoma cretense, Xyrichtys novacula.

 

Νησίδες Σαρωνικού Κόλπου και Θαλάσσια Περιοχή (GR3000020)

ΧΛΩΡΙΔΑ

Η έκταση περιλαμβάνει νησίδες με χαμηλές βραχώδεις ακτές και λίγες βραχώδεις εξάρσεις που ως επί το πλείστων καλύπτονται από μακκία βλάστηση. Η βλάστηση διαφοροποιείται σε συνάρτηση με την απόσταση από τη θάλασσα και την κλίση των πρανών. Στα βράχια που βρέχονται από τα κύματα, εντοπίστηκαν τα φυτά Frankenia hirsuta, Limonium oleifolium, και Allium ampeloprasum, τα οποία ανήκουν στη φυτοκοινωνιολογική συνένωση Crithmo-Staticion. Η μεταβατική ζώνη προς το εσωτερικό του νησιού χαρακτηρίζεται από τα Atriplex halimus, Phagnalon graecum, Trifolim scabrum, Lotus edulis, Lotus corniculatus κ.α.

Εσωτερικά, και σε απότομα πρανή με βόρεια έκθεση, η βλάστηση κυριαρχείται από το σχίνο (Pistacia lentiscus) με συνοδά τα Phlomis fruticosa, το αναρριχόμενο Bryonia cretica και μεμονωμένα δένδρα του Juniperus phoenicea.

Εσωτερικά και σε λιγότερο απότομα πρανή με νότια έκθεση, η βλάστηση κυριαρχείται από πόες, που εκπροσωπούνται από τα ετήσια ζιζάνια Avena barbata, Stipa capensis, Hordeum hystix, Heliotropium hirsutissimum, Reichardia picroides, Carduus pycnocephalus, Portulaca oleracea (γλυστρίδα / Αντράκλα), και άλλα ζιζάνια όπως τα Lavatera cretica και Piptatherum miliaceum. To βολβώδες Urginea maritima έχει τοπικά μεγάλη κάλυψη. Η νότια έκθεση δροσίζεται λιγότερο από τους επικρατούντες βόρειους ανέμους και εκτίθεται περισσότερο στην ακτινοβολία με αποτέλεσμα η εξατμισοδιαπνοή να είναι μεγαλύτερη από εκείνη της βόρειας έκθεσης.

Η διάπλαση με σχίνους θεωρείται αρκετά σταθερή, διότι είναι προσαρμοσμένη στις

κλιματικές συνθήκες (ξηρασία και δυνατοί άνεμοι). Η χλοώδης διάπλαση όμως, έχει μάλλον ανθρωπογενή προέλευση λόγω της χρήσης της βραχονησίδας στο αρκετά πρόσφατο παρελθόν, ως χειμερινού βοσκότοπου, ιδίως στις θέσεις με μικρότερη κλίση.

 

ΠΑΝΙΔΑ

Εκτός του είδους χαρακτηρισμού Phalacrocorax aristotelis dermarestii στη περιοχή τακτικά τρέφονται σμήνη Μύχων (Puffinus yelkouan) και Αρτέμηδων (Calonectris diomedea borealis) ιδίως κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Στις νησίδες αναπαράγονται επίσης μεγάλες αποικίες Ασημόγλαρων της Μεσογείου (Larus michahellis). Στο πυθμένα συναντώνται παράκτιες μεσογειακές βιοκοινωνίες και κλαστικά ιζήματα.

astragalus hellenicus ενδημικο (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
astragalus hellenicus ενδημικο (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
ophrys apifera (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
ophrys apifera (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
coriaria myrtifolia (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
coriaria myrtifolia (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Κόκκινο ελάφι Cervus elaphus (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Κόκκινο ελάφι Cervus elaphus (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)

Δράσεις

 

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας

ΥΠΟΒΟΛΗ–ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Το 2010 ξεκίνησε ένα πιλοτικό πρόγραμμα εθελοντικών αναδασωτικών εργασιών, με επιτυχή αποτελέσματα. Οι αναδασωτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν περιελάμβαναν σπορές και φυτεύσεις στις  καμένες εκτάσεις με φυτευτικό υλικό της Πάρνηθας, καθώς και περιποιήσεις φυτωρίων προηγούμενων αναδασώσεων.

 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ (MONITORING) – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ-ΕΡΓΑ

  1. Παρακολούθηση της ποιότητας των πηγαίων υδάτων
  2. Πραγματοποιούνται σε ετήσια βάση μέσω πιστοποιημένου εργαστηρίου, μικροβιολογικές και γεωχημικές αναλύσεις των πηγαίων υδάτων για την παρακολούθηση της ποιότητας και ποσότητας των υδάτων και την εξασφάλιση της ασφαλούς χρήσης νερού από τους επισκέπτες αλλά και την άγρια πανίδα της περιοχής.

 

  1. Προστασία – Διαχείριση της βιοποικιλότητας
  2. Μία από τις κύριες δραστηριότητες της Μονάδας Διαχείρισης είναι η εφαρμογή του Προγράμματος Επιστημονικής Παρακολούθησης. Η εποπτεία των τύπων οικοτόπων και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα (περιοχές του δικτύου NATURA 2000) πραγματοποιείται σε ανταπόκριση της χώρας στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την Οδηγίες 92/43/ΕΟΚ και 2009/14/ΕΕ. (Πρόγραμμα Επιστημονικής Παρακολούθησης – Παρακολούθηση του πληθυσμού του Κόκκινου Ελαφιού και του λύκου).

Το Πρόγραμμα παρακολούθησης του Δρυμού αποσκοπεί στην αξιολόγηση της κατάστασης διατήρησης των τύπων οικοτόπων και των σημαντικών ειδών χλωρίδας και πανίδας που εντοπίζονται στην περιοχή. Ειδικότερα ο στόχος αυτός επιμερίζεται στους εξής στόχους:

– Με την εφαρμογή του προγράμματος παρακολούθησης εκπληρώνονται οι κοινοτικές και διεθνείς υποχρεώσεις παρακολούθησης της βιοποικιλότητας και των προστατευόμενων ειδών και τύπων οικοτόπων.

– Πραγματοποιείται καταγραφή και παρακολούθηση των ειδών που θεωρούνται σημαντικά σε εθνικό και τοπικό επίπεδο (ενδημικά, στενότοπα ενδημικά).

  1. Έργα αποκατάστασης του δασικού οικοσυστήματος μετά την πυρκαγιά του 2007. Κατασκευάστηκαν σε έκταση περίπου 28.000 στρεμμάτων, 1.784.380,37 μέτρα κορμοδέματα και κλαδοπλέγματα, 4.045,51 τ.μ. ξυλοφράγματα και 44 λιθοπλήρωτα συρματοκιβώτια (σαρζανέτ). Τα αποτελέσματα τόσο από τα αντιδιαβρωτικά, όσο και από τα αντιπλημμυρικά, όπως διαπιστώθηκε έως σήμερα, ήταν πολύ ικανοποιητικά και μείωσαν κατά μεγάλο βαθμό τη διάβρωση του εδάφους καθώς και τα πλημμυρικά φαινόμενα στα κατάντη της περιοχής. Τα αποτελέσματα των αναδασωτικών επεμβάσεων κρίνονται ικανοποιητικά καθώς οι συνθήκες αποκατάστασης του ελατοδάσους στην Πάρνηθα δεν είναι ευνοϊκές, λόγω των ιδιαίτερων κλιματεδαφικών συνθηκών, των υψηλών θερμοκρασιών και της επιδημίας φλοιοφάγων εντόμων που θέτουν ισχυρούς περιορισμούς για την επιβίωση της ελάτης. Μετά την πυρκαγιά ανακατασκευάστηκε το δασικό φυτώριο Αγίας Τριάδας με σκοπό την παραγωγή φυτευτικού υλικού για την αναδάσωση των καμένων εκτάσεων.
  2. Έργα και δράσεις προστασίας και διατήρησης των βιοτικών και αβιοτικών στοιχείων της περιοχής

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

– Συντήρηση χώρων αναψυχής

– Έργα και εργασίες εξυγίανσης πηγών

– Εργασίες αντιπυρικής προστασίας (καθαρισμοί βλάστησης, αποκλαδώσεις, κλπ)

– Προμήθεια, συντήρηση-επισκευή υδατοδεξαμενών

– Κατασκευή και συντήρηση πυροφυλακίων

– Συντήρηση των δασοφυλακίων

– Τοποθέτηση και συντήρηση πινακίδων σήμανσης και ενημέρωσης

– Συντήρηση οδικού δικτύου και μονοπατιών

– Συντήρηση αντιπυρικών ζωνών της περιοχής

 

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ

Η Μονάδα Διαχείρισης στα πλαίσια της προστασίας και αειφορικής διαχείρισης του Δρυμού, συνεργάζεται με διάφορους φορείς και ερευνητικά ιδρύματα με σκοπό την έρευνα και ανάλυση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της περιοχής και των περιβαλλοντικών παραμέτρων για την ορθή επιλογή των κατάλληλων διαχειριστικών μέτρων.

 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ – ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Η Μονάδα έχει διοργανώσει 3 ημερίδες και 14 εκδηλώσεις και επίσης συμμετείχε σε ένα μεγάλο αριθμό εκδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν από άλλους συνεργαζόμενους φορείς.

Οι περισσότερες εκδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν στον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας και περιελάμβαναν κυρίως ξεναγήσεις εντός της προστατευόμενες περιοχής, με στόχο την παρουσίαση και ανάδειξη των ιδιαίτερων οικολογικών χαρακτηριστικών της, του τρόπου φύλαξης και προστασίας της, καθώς και των έργων που υλοποιήθηκαν στα πλαίσια αποκατάστασης του δασικού οικοσυστήματος μετά την πυρκαγιά που αποτέλεσε σημείο ορόσημο για την περαιτέρω διαχείριση της περιοχής.

Καθημερινά πραγματοποιούνται ενημερώσεις σε επισκέπτες του Δρυμού, τόσο μεμονωμένες όσο και οργανωμένες, που αφορούν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και την προστασία του δρυμού με στόχο την καλλιέργεια περιβαλλοντικής συνείδησης στους πολίτες που επισκέπτονται την Πάρνηθα.

Παράλληλα, η συνεργασία της Μονάδα Διαχείρισης με Πανεπιστημιακά και Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα κτλ. δίνει την δυνατότητα σε φοιτητές να κάνουν την πρακτική τους άσκηση ή πτυχιακές και μεταπτυχιακές εργασίες στη Μονάδα με τη βοήθεια, εκπαίδευση και καθοδήγηση από το υφιστάμενο προσωπικό.

Με πρωτοβουλία του πρώην Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας, το σχολικό έτος 2011/2012 η Ελλάδα συμμετείχε για πρώτη φορά στον ευρωπαϊκό μαθητικό διαγωνισμό “Young People in European Forests”.

Η Μονάδα Διαχείρισης έχει αναπτύξει δράσεις προβολής και προώθησης του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας με την παραγωγή πληροφοριακού υλικού διαφορετικών εντύπων.

 

ΕΠΟΠΤΕΙΑ-ΦΥΛΑΞΗ

Η Μονάδα Διαχείρισης, έχει θέσει σε εφαρμογή πρόγραμμα φύλαξης, σύμφωνα με το οποίο καθορίζονται αντυ εθελοντικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στον ορεινό όγκο της Πάρνηθας.

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Από το 2007 πραγματοποιείται Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης – Ευαισθητοποίησης στον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας σε μαθητές Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Η περιβαλλοντική ενημέρωση στον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας στηρίζεται και ακολουθεί τις αρχές της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης. Υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο ενημερώνονται και εκπαιδεύονται περισσότερα από 5.000 παιδιά, χωρίς κάποιο οικονομικό κόστος για αυτά και τους συνοδούς εκπαιδευτικούς.

 

Εθνικά Πάρκα Σχοινιά-Μαραθώνα, Υμηττού και Νοτιοανατολικής Αττικής

Οι δράσεις που υλοποιεί η Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου στοχεύουν στη βελτίωση του καθεστώτος διατήρησης οικοτόπων και ειδών των οδηγιών 92/43/ΕΟΚ και 2009/147/ΕΚ, που ο βαθμός διατήρησής τους είναι μη ικανοποιητικός ή κακός ή έχουν ικανοποιητικό ή άγνωστο βαθμό και χρήζουν επαναλαμβανόμενης διαχείρισης ή προστασίας.

ΥΠΟΒΟΛΗ–ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ

Η Μονάδα Διαχείρισης υλοποιεί:

– Tην πράξη «Επιχορήγηση του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα, Υμηττού και Νοτιοανατολικής Αττικής», (με κωδικό ΟΠΣ 5033259) του Άξονα Προτεραιότητας «ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ – ΠΡΟΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΤΙΚΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΡΩΝ (ΤΣ)» του Ε.Π. «Υποδομές Μεταφορών, Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη».

– Την Πράξη «ΔΡΑΣΕΙΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ ΣΧΟΙΝΙΑ – ΜΑΡΑΘΩΝΑ, ΥΜΗΤΤΟΥ ΚΑΙ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ» με κωδικό ΟΠΣ (MIS) 5056582 του  Άξονα 5 «Προώθηση της Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή, καθώς και της Πρόληψης και Διαχείρισης Κινδύνων» του Περιφερειακού Επιχειρησιακού Προγράμματος «ΑΤΤΙΚΗ 2014-2020».

Η Μονάδα επίσης συμμετέχει ως εταίρος στο πρόγραμμα «LIFE PREPARATORY –URBAN GREENING PLANS (LIFE20/PRE/BE/000008)», μέσω της πρότασης με τίτλο «Designing innovative mechanisms to plan, implement, strengthen and manage green infrastructures in(peri)urban areas» . Η ενταγμένη πράξη με διετή ορίζοντα ολοκλήρωσης, αρχής γενομένης από τον Μάιο του 2021 περιλαμβάνει δράσεις όπως η τεκμηρίωση και αξιολόγηση της βιοποικιλότητας στο πράσινο διάδρομο που ξεκινά από το όρος του Υμηττού έως το κέντρο της Αθήνας.

Τέλος, είναι συνδεδεμένος εταίρος της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας της Φύσης, που υλοποιεί το πρόγραμμα στην Ελλάδα στο πρόγραμμα InterregMED POSBEMED2 «Διακυβέρνηση και Διαχείριση Συστημάτων Ποσειδωνίας και Αμμοθινών στη Μεσόγειο» για τα έτη 2019-2022, με εταίρους από 6 ευρωπαϊκές χώρες.

 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ (MONITORING) – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ-ΕΡΓΑ

Ενδεικτικές δράσεις στα πλαίσια της ανωτέρω πράξης είναι οι ευρύτατες δράσεις επιστημονικής παρακολούθησης ειδών και τύπων οικοτόπων (ενδεικτικά επιστημονική παρακολούθηση ερπετοπανίδας, ορνιθοπανίδας, τσακαλιού, αετογερακίνας, σπιζαετού, θαλ. Ανεμώνης, καθορισμός μέτρων αποκατάστασης αττικόψαρου, επιστημονική παρακολούθηση τύπου οικοτόπου δάση με θίνες P.pinea, φυτικών ειδών Pancratium maritimum & Fritillaria obliqua, εκτίμηση επισκεψιμότητας & φέρουσας ικανότητας περιοχών ευθύνης), διαχειριστικών δράσεων επέμβασης για βελτίωση της κατάστασης διατήρησης ειδών και οικοτόπων, δικτύωση εσωτερικού και εξωτερικού και ανάπτυξη συνεργειών με στόχο την ανάσχεση της απώλειας βιοποικιλότητας. Το δεύτερο υπό έργο είναι τεχνικής φύσεως και αφορά τη βελτίωση των υδραυλικών υποδομών του Ολ. Κωπηλατοδρομίου ώστε το νερό να φτάνει απρόσκοπτα μέσω αυτού από τη Μακαρία πηγή στον υγρότοπο του Εθνικού Πάρκου).

Η πράξη «ΔΡΑΣΕΙΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ, ΠΡΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΞΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ ΣΧΟΙΝΙΑ – ΜΑΡΑΘΩΝΑ, ΥΜΗΤΤΟΥ ΚΑΙ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ» που έχει ενταχθεί περιλαμβάνει 6 διακριτά υπό έργα, τα οποία σχετίζονται με δύο ομάδες δράσεων. Η πρώτη  σχετίζεται με δράσεις ενημέρωσης – ευαισθητοποίησης και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης που στοχεύουν στην αναγνώριση της αξίας και της σημασίας των προστατευόμενων περιοχών και περιλαμβάνουν ενδεικτικά τον σχεδιασμό και την παραγωγή έντυπου ενημερωτικού υλικού, την παραγωγή υλικών προώθησης και προβολής, τη διοργάνωση ημερίδων-εκθέσεων, τον εμπλουτισμό της ιστοσελίδας της Μονάδας Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου με επιστημονικό υλικό και πληροφορίες για τις νέες περιοχές αρμοδιότητας, τον σχεδιασμό και την παραγωγή υλικού για περιβαλλοντική εκπαίδευση, τον καθορισμό προδιαγραφών και τη σήμανση περιοχών ευθύνης. Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει δράσεις ορθολογικής διαχείρισης οικοσυστημάτων, καθώς η εγγύτητα των περιοχών που βρίσκονται στην αρμοδιότητα της Μονάδας Διαχείρισης με την πρωτεύουσα ασκεί αδιαμφισβήτητα πίεση, κυρίως λόγω των ποικίλων ανθρωπογενών δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα. Το γεγονός αυτό, καθιστά την εφαρμογή ήπιων διαχειριστικών δράσεων απαραίτητη. Στο πλαίσιο της Πράξης θα υλοποιηθούν διαχειριστικές δράσεις για είδη χλωρίδας, πανίδας και τύπων οικοτόπων ενωσιακού ή/και εθνικού ενδιαφέροντος, όπως ενδεικτικά η δημιουργία αντιπυρικής ζώνης στην περίμετρο υγροτόπου, η εγκατάσταση υδατοδεξαμενών και μπαρών φραγής κυκλοφορίας εντός δασικών εκτάσεων, η αναβάθμιση πυροφυλακίων/παρατηρητηρίων καθώς και δράσεις ορθολογικής διαχείρισης, αποκατάστασης και στοχευμένης ενημέρωσης/ευαισθητοποίησης για παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα.

 

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

– Επιστημονική παρακολούθηση ορνιθοπανίδας και φυτικών ειδών από το 2013, μέσω πρωτοκόλλου, δημιουργίας βάσης δεδομένων και συλλογή και επεξεργασία δεδομένων.

– Επιστημονική παρακολούθηση δάσους κουκουναριάς δημιουργίας βάσης δεδομένων και συλλογή και επεξεργασία δεδομένων.

– Δράσεις περιβαλλοντικής ενημέρωσης και εκπαίδευσης σε μαθητές όλων των βαθμίδων η οποία εκτιμάται σε πάνω από 6.000 μαθητές από το 2008 έως και σήμερα. Η Μονάδα Διαχείρισης υλοποιεί προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης σε μαθητές της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

– Δράσεις ενημέρωσης κοινού με διοργανωτή τη Μονάδα Διαχείρισης από το 2008 έως και σήμερα, στις οποίες εκτιμάται ότι συμμετείχαν περίπου 3.000 άτομα.

– Κλείσιμο ευρωπαϊκής καταγγελίας EU-PILOT σχετικά με την υποβάθμιση του υγροτόπου Σχοινιά μέσω άσκησης πίεσης για την υλοποίηση της κατεδάφισης των 8 καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος που βρίσκονταν στη ζώνη Α3 (πευκοδάσος) του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα. Η Μονάδα Διαχείρισης ενημέρωνε επίσημα τη Γ.Δ Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για λογαριασμό της ελληνικής πολιτείας και συντόνιζε τις προσπάθειες για την επίλυση όλων των ζητημάτων που ανέφερε η καταγγελία, πρωτίστως την κατεδάφιση των 8 Κ.Υ.Ε που εκκρεμούσε από το 2000 και υλοποιήθηκε τελικά κατά τα έτη 2016 και 2018.

– Επιλογή από την ηγεσία του ΥΠΕΝ της Μονάδας Διαχείρισης και του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα, για την επιτόπια επαλήθευση του κλιμακίου του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης στο πλαίσιο εξέτασης της χώρας μας στις επιδόσεις κατά την τελευταία δεκαετία στους τομείς της βιοποικιλότητας και της κλιματικής  αλλαγής. Η χώρα πέρασε επιτυχώς την εξέταση και το ΥΠΕΝ μέσω του Γ.Δ Περιβαλλοντικής Πολιτικής ευχαρίστησε επίσημα τη Μονάδα για την πολύτιμη συνεισφορά της.

– Η Μονάδα για να εμπλουτίσει τις γνώσεις της σχετικά με τα είδη της ιχθυοπανίδας του Εθνικού Πάρκου Σχοινιά – Μαραθώνα και επειδή είχε παρατηρήσει φαινόμενα μαζικού θανάτου του προστατευόμενου ευρωπαϊκού χελιού, υπέγραψε το 2018 προγραμματική σύμβαση με το ΕΛΚΕΘΕ και την Περιφέρεια Αττικής, τριετούς διάρκειας για την εκπόνηση έρευνας με τίτλο «Ερευνητικό  πρόγραμμα  για την  ιχθυοπανίδα  τού  Σχοινιά-Μαραθώνα  –  μέτρα  πρόληψης  και  αντιμετώπισης θνησιμότητας  ψαριών».

 

ΦΥΛΑΞΗ

Η φύλαξη έχει  κυρίως προληπτικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα και σε δεύτερο βαθμό κατασταλτικό. Πρόθεση της Μονάδας είναι να επιδεικνύει καθημερινά με την παρουσία των οχημάτων και του προσωπικού στο πεδίο, ότι υπάρχει συστηματική φύλαξη ώστε να αποτρέπονται παράνομες δραστηριότητες στην περιοχή, κυρίως στο Εθνικό Πάρκο Σχοινιά – Μαραθώνα και μία φορά το μήνα στις υπόλοιπες χερσαίες περιοχές ευθύνης. Η Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου υλοποιεί Σχέδιο Φύλαξης σε μια προσπάθεια επιχειρησιακού σχεδιασμού και βέλτιστης κατανομής των δυνάμεων φύλαξης – εποπτείας σε ολόκληρη την προστατευόμενη περιοχή χωρικής του αρμοδιότητας.

Οχήματα Φύλαξης (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Οχήματα Φύλαξης (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Σήμανση Μονοπατιού (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Σήμανση Μονοπατιού (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)

Πρόγραμμα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης

sadsadsadsadasds

Ανθρωπογενής Δραστηριότητα

 

Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας

Εντός των ορίων του Εθνικού Δρυμού Πάρνηθας, δεν περιλαμβάνεται κανένας οικισμός, και δεν ασκείται καμία βιοτεχνική ή βιομηχανική δραστηριότητα. Σε μικρή απόσταση όμως από τα όρια του Εθνικού Δρυμού, έχουν θεσμοθετηθεί οι βιομηχανικές ζώνες των Αχαρνών, του Κρυονερίου και των Άνω Λιοσίων, στις οποίες ασκείται εντονότατη βιοτεχνική και βιομηχανική δραστηριότητα. Οι οικονομικές δραστηριότητες που ασκούνται εντός των ορίων του Δρυμού, αν εξαιρεθεί η λειτουργία του Καζίνο της Πάρνηθας, είναι μικρής σημασίας και περιορίζονται σε ήπιες δραστηριότητες που επιτρέπονται στα προστατευόμενα δασικά οικοσυστήματα.

Η γειτνίαση του με το Λεκανοπέδιο της Αθήνας και το επαρκές οδικό δίκτυο που το διασχίζει, καθιστούν τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας, άμεσα προσβάσιμο από όλες τις πλευρές του. Προσεγγίζεται εύκολα από τα νότια, τα δυτικά και τα ανατολικά. Από τα νότια, είτε από τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που ανεβαίνει από τους πρόποδες της Πάρνηθας (θέση τελεφερίκ) ως την Αγ. Τριάδα (υψόμετρο 1.020 μ), όπου συναντά τον μήκους 16 χλμ. – κλειστό για τα αυτοκίνητα – περιφερειακό δρόμο στον πυρήνα του Εθνικού Δρυμού, είτε μέσω του τελεφερίκ (τηλεβαγόνι), το οποίο ξεκινά από τη θέση Μετόχι και έπειτα από διαδρομή 1.700 μ. φτάνει στο ξενοδοχείο Mont Parnes. Από τα δυτικά, ασφαλτοστρωμένος δρόμος ανεβαίνει από τον οικισμό Φυλή ως την πηγή Φυλής (17 χλμ.), όπου ξεκινά δασικός δρόμος ως την Αγ. Τριάδα. Στην Ανατολική Πάρνηθα υπάρχει επίσης ασφαλτοστρωμένος δρόμος από την Βαρυμπόπη προς τον Άγ. Μερκούριο, απ’ όπου μπορείτε να φτάσετε έως τον Αυλώνα στη Βόρεια Πάρνηθα.

Ο Δρυμός, λόγω της μικρής απόστασης από την Αθήνα, τις ιδιαίτερες αξίες του, τα φυσικά του τοπία, τα υψηλά δάση, την ποικιλία της βλάστησης, του ανάγλυφου, των πολλών πηγών κ.τ.λ. αποτελεί ιδανικό τοπίο για δραστηριότητες περιβαλλοντικής αγωγής και άσκησης διάφορων υπαίθριων δραστηριοτήτων (ορειβασία, ποδηλασία κτλ). Υπάρχουν μεγάλοι χώροι αναψυχής  (Μπάφι, Μεσσιανό Νερό, Παλαιοχώρι, Αγ. Τριάδα) οι οποίοι διαθέτουν τις κατάλληλες υποδομές για φαγητό και παιχνίδι, ώστε να παρέχεται υψηλή ποιότητα δασικής αναψυχής.  Οι σπουδαιότεροι λόγοι επίσκεψής στο βουνό είναι η παρατήρηση της φύσης, η πεζοπορία, το υπαίθριο γεύμα στους οργανωμένους χώρους αναψυχής, καθώς και η επίσκεψη στα ορεινά καταφύγια. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός ατόμων επισκέπτεται την περιοχή της Πάρνηθας, προκειμένου να επισκεφθεί το καζίνο.

Οι έντονοι ρυθμοί της ζωής του σύγχρονου ανθρώπου έχουν αυξήσει τη ζήτηση για αναψυχή, με αποτέλεσμα τον αυξανόμενο αριθμό επισκεπτών στο Δρυμό, γεγονός που έχει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Τα πλεονεκτήματα είναι η άμεση επαφή του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον και η ευαισθητοποίησή του σε θέματα προστασίας και διατήρησης των προστατευόμενων οικοσυστημάτων. Από την άλλη πλευρά, πολλές φορές σε ορισμένες θέσεις του Δρυμού, ο αριθμός των επισκεπτών είναι μεγαλύτερος από αυτόν που μπορεί να δεχτεί η συγκεκριμένη περιοχή. Αυτό έχει ως συνέπεια την πρόκληση διατάραξης τόσο στη χλωρίδα όσο και στην πανίδα της περιοχής. Επιπλέον, ο μεγάλος αριθμός επισκεπτών αυξάνει τις πιθανότητες πυρκαγιών από αμέλεια, καθώς και τους τραυματισμούς άγριων ζώων από την κίνηση των οχημάτων.

 

Εθνικά Πάρκα Σχοινιά-Μαραθώνα, Υμηττού και Νοτιοανατολικής Αττικής

Η περιοχή ευθύνης της Μονάδας Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου θεωρείται ασυνεχής, αφού η μία προστατευόμενη περιοχή από την άλλη δεν γειτνιάζει και απέχει δεκάδες χιλιόμετρα η μία από την άλλη. Κάθε περιοχή εμφανίζει διαφορετικό χαρακτήρα, αλλά σίγουρα το γεγονός ότι όλες βρίσκονται πέριξ του λεκανοπεδίου της Αθήνας, δείχνει ότι η ανθρωπογενής δραστηριότητα είναι έντονη και τις επηρεάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Το Εθνικό Πάρκο Σχοινιά – Μαραθώνα, αποτελεί πόλο έλξης επισκεπτών και τουριστών ιδιαίτερα τη θερινή περίοδο, έχει πολλές κατοικίες και αγροτικές καλλιέργειες κυρίως με κηπευτικά είδη και λουλούδια.

Ο Υμηττός δέχεται την πίεση των επισκεπτών/περιπατητών/ποδηλάτων, της αυξανόμενης ανάγκης για δόμηση, της κτηνοτροφίας από την πλευρά των Μεσογείων και των αναγκών για επέκταση των χώρων νεκροταφείων, ή σταθμών μεταφόρτωσης απορριμμάτων.

Ο Εθνικός Δρυμός Σουνίου και τα Λεγρενά αποτελούν τουριστικούς προορισμούς και δέχονται πολλούς επισκέπτες καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τους θερινούς μήνες.

Η Βραυρώνα αποτελεί και αυτή πόλο έλξης επισκεπτών ενώ εμφανίζει και έντονο αγροτικό χαρακτήρα με καλλιέργειες ελαιώνων, φυστικιών και οπωρώνων.

Εκκλησία Αγ. Πέτρου (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)
Εκκλησία Αγ. Πέτρου (Πηγή: Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Πάρνηθας, Σχοινιά και Προστατευόμενων Περιοχών Σαρωνικού Κόλπου)

Προσωρινά, για περισσότερες πληροφορίες, παρακαλούμε επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του Φορέα Διαχείρισης :

Μετάβαση στο περιεχόμενο