Μ.Δ. Εθνικών Πάρκων Δέλτα Έβρου και Δαδιάς

Automatic Popup

Μ.Δ. Εθνικών Πάρκων Δέλτα Έβρου και Δαδιάς

Με την ενσωμάτωση στον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής  του Φορέα Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών Δέλτα Έβρου και Σαμοθράκης και του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου, η Μονάδα Διαχείρισης Εθνικών Πάρκων Δέλτα Έβρου και Δαδιάς λειτουργεί με έδρα την Αλεξανδρούπολη (Λουτρά Τραϊανουπολης) και παράρτημα τη Δαδιά Έβρου.

Η Μ.Δ. υπάγεται στην Διεύθυνση Διαχείρισης Προστατευόμενων Περιοχών (Τομέας Α) της Γενικής Διεύθυνσης του Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.

ΜΔ1

Η χωρική της αρμοδιότητα περιλαμβάνει τους Κωδικούς Προστατευόμενων Περιοχών ως εξής:

 

GR1110002 ΔΑΣΟΣ ΔΑΔΙΑΣ – ΣΟΥΦΛΙ
GR1110003 ΤΡΕΙΣ ΒΡΥΣΕΣ
GR1110004 ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ, ΑΝΑΤΟΛΙΚΕΣ ΑΚΤΕΣ, ΒΡΑΧΟΝΗΣΙΔΑ ΖΟΥΡΑΦΑ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΖΩΝΗ
GR1110005 ΒΟΥΝΑ ΕΒΡΟΥ- ΠΟΤΑΜΟΣ ΛΥΡΑΣ – ΣΠΗΛΑΙΑ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΟΒΟΥΝΟΥ
GR1110006 ΔΕΛΤΑ ΕΒΡΟΥ
GR1110007 ΔΕΛΤΑ ΕΒΡΟΥ ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΟΣ ΒΡΑΧΙΩΝΑΣ
GR1110008 ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΙΟ ΔΑΣΟΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΒΡΟΥ ΚΑΙ ΑΡΔΑ
GR1110009 ΝΟΤΙΟ ΔΑΣΙΚΟ ΣΥΜΠΕΛΕΓΜΑ ΕΒΡΟΥ
GR1110010 ΟΡΕΙΝΟΣ ΕΒΡΟΣ – ΚΟΙΛΑΔΑ ΔΕΡΕΙΟΥ
GR1110011 ΚΟΙΛΑΔΑ ΕΡΥΘΡΟΠΟΤΑΜΟΥ: ΑΣΒΕΣΤΑΔΕΣ, ΚΟΥΦΟΒΟΥΝΟ, ΒΡΥΣΙΚΑ
GR1110012 ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ: ΟΡΟΣ ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΤΙΑ ΖΩΝΗ
GR1110013 ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ ΘΡΑΚΗΣ
GR1130006 ΠΟΤΑΜΟΣ ΦΙΛΙΟΥΡΗΣ
GR1130008 ΜΑΡΩΝΕΙΑ – ΣΠΗΛΑΙΟΝ
GR1130011 ΚΟΙΛΑΔΑ ΦΙΛΙΟΥΡΗ

Γενική Περιγραφή

 

Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου

 

To Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου είναι μια από τις σημαντικότερες προστατευόμενες περιοχές σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο. Είναι μία από τις πρώτες περιοχές στην Ελλάδα που τέθηκαν σε καθεστώς προστασίας, λόγω του μεγάλου αριθμού σπάνιων ειδών αρπακτικών πουλιών. Η συνολική έκταση του είναι 428.000 στρέμματα (ΚΥΑ 35633/2066) από τα οποία τα 72.900 αποτελούν τις 2 ζώνες προστασίας της φύσης (ζώνες Α1 και Α2). Η κορυφή Κάψαλο αποτελεί την 2η υψηλότερη κορυφή εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου με υψόμετρο 604 μ. ενώ η υψηλότερη κορυφή είναι το ύψωμα «Αντά Τεπές» ή «Κορυφή» με υψόμετρο 654 μ. Το μωσαϊκό τοπίων που διαμορφώνεται από δάση πεύκης και δρυός, τα οποία διακόπτονται από ξέφωτα, βοσκοτόπια και καλλιεργούμενες εκτάσεις αποτελεί το ιδανικό περιβάλλον για τα αρπακτικά πουλιά. Στο Εθνικό Πάρκο συναντώνται τρία από τα τέσσερα είδη γύπα της Ευρώπης (Μαυρόγυπας, Όρνιο και Ασπροπάρης), ενώ φιλοξενεί τη μοναδική πολυπληθή αναπαραγόμενη αποικία Μαυρόγυπα στα Βαλκάνια.

ΟΡΕΙΝΟΣ ΈΒΡΟΣ – ΚΟΙΛΑΔΑ ΔΕΡΕΙΟΥ (ΖΕΠ)

Η περιοχή βρίσκεται στο δυτικό άκρο του νομού Έβρου κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Η βλάστηση αποτελείται κυρίως από βελανιδιές (Quercus spp.) και δάση οξυάς (Fagus sp.) με μικρές συστάδες από πεύκα. Μερικώς δασικές περιοχές με διάσπαρτα δέντρα βελανιδιάς καλύπτουν μεγάλο τμήμα της περιοχής, που χρησιμοποιείται για την παραδοσιακή, μη εντατική βόσκηση. Ο ποταμός Διαβολόρεμα διασχίζει την περιοχή, δημιουργώντας θέσεις με παραποτάμια βλάστηση και μικρά βραχώδη φαράγγια.

Η περιοχή είναι σημαντική όσον αφορά κυρίως στα αναπαραγόμενα αρπακτικά, αλλά και τα είδη των ορεινών δασικών περιοχών. Είναι εξαιρετικά σημαντική για τη διατροφή του πληθυσμού του Μαυρόγυπα (Aegypius monachus) που φωλιάζει στο γειτονικό δάσος της Δαδιάς. Η περιοχή εκτός από τα σπάνια είδη αρπακτικών είναι σημαντική και για ορισμένα

σπάνια αναπαραγόμενα στρουθιόμορφα όπως ο Γερακοτσιροβάκος (Sylvia nisoria).

Σημαντική είναι επίσης η αναπαραγωγή του Μαυροπελαργού (Ciconia nigra).

Η ευρύτερη περιοχή με ονομασία «Δάσος Δαδιάς – Δερείου – Αισύμης» και κωδικό GR003, έχει χαρακτηριστεί ως ΣΠΠΕ.

Εντός της ΖΕΠ απαντώνται, τουλάχιστον 109 είδη πτηνών, με 48 να περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ και 61 να μην περιλαμβάνονται στο Παράρτημα, αλλά να απαντώνται συχνά κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης.

ΤΡΕΙΣ ΒΡΥΣΕΣ (ΕΖΔ)

Η περιοχή ανήκει στον υγρό βιοκλιματικό όροφο με ψυχρούς ή πολύ ψυχρούς χειμώνες. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία μεταμορφικών και ιζηματογενών πετρωμάτων. Τα φυσικά δάση της περιοχής αποτελούνται από μικτές και αμιγείς συστάδες οξιάς (Fagus spp.) και δρυς (Quercus spp.). Στα δρυοδάση κυρίαρχο είδος είναι η Quercus dalechampii, η οποία έχει την καλύτερη φυσική της εξάπλωση σε υψόμετρο μεγαλύτερο των 300 μ. Στο ανατολικό τμήμα της περιοχής, και σε χαμηλότερα υψόμετρα, κυρίαρχα είδη είναι η Q. Frainetto, σε μίξη με την Q. cerris και την Q. pubescens. Μικρές συστάδες Populus tremula, Ilex aquifolium, Acer sp., Fraxinus ornus κ.λπ. βρίσκονται μέσα στο δάσος της οξυάς. Μετά το 1960, εγκαταλειμμένες περιοχές φυτεύτηκαν τεχνητά με Pinus nigra και P. radiata.

Τα μικτά δάση οξιάς και δρυός χαρακτηρίζονται από πλούσια χλωρίδα και πανίδα, ενώ η περιοχή χαρακτηρίζεται και από αξιόλογη δασική παραγωγή.

Εντός της ΕΖΔ έχουν καταγραφεί 3 τύποι οικοτόπων του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. 4 είδη θηλαστικών, 2 αμφίβια και 6 ερπετά περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.

ΒΟΥΝΑ ΈΒΡΟΥ – ΠΟΤΑΜΟΣ ΛΥΡΑΣ, ΣΠΗΛΑΙΑ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΟΒΟΥΝΟΥ (ΕΖΔ)

Η περιοχή αποτελεί τμήμα του νότιο-ανατολικού άκρου της Ροδόπης. Πρόκειται για υποορεινή και λοφώδη περιοχή, με έντονα και ποικίλα τοπία. Αποτελείται από ηφαιστειακά μητρικά πετρώματα και αλλουβιακές αποθέσεις. Ανήκει στην υπομεσογειακή ζώνη βλάστησης και χαρακτηρίζεται από θερμόφιλες υποηπειρωτικές δρυς. Η βλάστηση αποτελείται από μικτές συστάδες Τραχείας (Pinus brutia) και Μαύρης πεύκης (P. nigra), πλατύφυλλων δρυών και άλλων πλατύφυλλων της μεσογειακής και υπομεσογειακής χλωρίδας. Ωστόσο, τα δασικά οικοσυστήματα της περιοχής έχουν υποβαθμιστεί σε σημαντικό βαθμό εξαιτίας των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Η περιοχή έχει σημαντική οικολογική αξία εξαιτίας του μεγάλου αριθμού πτηνών, πολλά από τα οποία είναι σπάνια στην Ευρώπη. Είναι επίσης σημαντικός βιότοπος για πολλά ερπετά. Εξαιτίας της θέσης της, αποτελεί σταυροδρόμι στις μεταναστεύσεις των πουλιών και δυνητικά, τόπο φωλιάσματος.

Εντός της ΕΖΔ απαντώνται 10 τύποι οικοτόπων του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, εκ των οποίων 3 αποτελούν οικοτόπους προτεραιότητας:

 

6220* Ψευδοστέπα με αγροστώδη και μονοετή φυτά από Thero−Brachypodietea
91E0* Aλλουβιακά δάση με Alnus glutinosa και Fraxinus excelsior (Alno−Padion,Alnion incanae, Salicion albae)
9530* (Υπο)μεσογειακά πευκοδάση με ενδημικά μαυρόπευκα

 

Όσον αφορά στην πανίδα, 6 είδη θηλαστικών, εκ των οποίων 4 Χειρόπτερα, 2 αμφίβια, 6 ερπετά, 2 ασπόνδυλα (1 Λεπιδόπτερο και 1 Κολεόπτερο) και 1 ιχθύς περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας, και μάλιστα ως είδος προτεραιότητας, περιλαμβάνεται και το υγροτοπικό φυτό Carex acuta.

Εξαιρετικά σημαντική στην περιοχή είναι η παρουσία του είδους Στικτοβελονίτσα (Cobitis puncticulata). Πρόκειται για είδος ψαριού που εξαπλώνεται στη ΒΔ Μικρά Ασία, σε δύο λίμνες που εκβάλλουν στην Προποντίδα. Στα ευρωπαϊκά ύδατα έχει βρεθεί μόνο στον ποταμό της Λύρας. Με βάση το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας (Λεγάκις & Μαραγκού 2009) χαρακτηρίζεται ως Τρωτό (VU), αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο, με βάση τον Κόκκινο Κατάλογο της IUCN χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR).

Η περιοχή αποτελεί τμήμα του Εθνικού Πάρκου Δαδιάς- Λευκίμης-Σουφλίου-ΚΥΑ 35633 (ΦΕΚ 911/Δ/13.10.2006)- και υπάγεται στην αρμοδιότητα του Φορέα Διαχείρισης Εθνικού Πάρκου Δαδιάς – Λευκίμμης – Σουφλίου.

ΠΑΡΑΠΟΤΑΜΙΟ ΔΑΣΟΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΈΒΡΟΥ ΚΑΙ ΆΡΔΑ (ΖΕΠ)

Η περιοχή εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Έβρου, από το Πύθιο έως το Ορμένιο, και σε τμήμα του ποταμού Άρδα. Το παραποτάμιιο δάσος αποτελείται από λεύκες (Populus spp.) και ιτιές (Sailx spp.). Στο δάσος συνυπάρχει μωσαϊκό λειμώνων, θαμνώνων, μικρών λιμνών γλυκού νερού με καλαμώνες (Phragmites spp.) και ορισμένες αγροτικές εκτάσεις, ενώ μεγάλο τμήμα της περιοχής αποτελεί στρατιωτική ζώνη. Η περιοχή έχει αυξημένη σημασία ως προς την Ορνιθοπανίδα και, ειδικότερα για αναπαραγόμενα, διαβατικά και διαχειμάζοντα υδρόβια, αρπακτικά και στρουθιόμορφα είδη. Η ευρύτερη περιοχή έχει χαρακτηριστεί ως ΣΠΠΕ, με κωδικό GR001. Εντός της ΣΠΠΕ υπάρχουν δύο αποικίες ερωδιών

με πάνω από 250 ζευγάρια Νυχτοκόρακα (Nycticorax nycticorax), Λευκοτσικνιά (Egretta garzetta) και Σταχτοτσικνιά (Ardea cinerea). Στην περιοχή έχει καταγραφεί και ένας πολύ μεγάλος πληθυσμός από χαλκοκουρούνες (Coracias garrulous), που αναπαράγονται στο παλιό παραποτάμιο δάσος (Καλούλη – ΕΟΕ, 2007).

Εντός της ΖΕΠ απαντώνται, τουλάχιστον 154 είδη πτηνών, με 57 να περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ και 97 να μην περιλαμβάνονται στο Παράρτημα, αλλά να απαντώνται συχνά κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης.

ΚΟΙΛΑΔΑ ΕΡΥΘΡΟΠΟΤΑΜΟΥ: ΑΣΒΕΣΤΑΔΕΣ, ΚΟΥΦΟΒΟΥΝΟ, ΒΡΥΣΙΚΑ

Η περιοχή περιλαμβάνεται στο «Πρόγραμμα επαναξιολόγησης 69 Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά για το χαρακτηρισμό της ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της ορνιθοπανίδας».

Σϋμφωνα με το Σχέδιο Δράσης για την Ζώνη Ειδικής Προστασίας «GR1110011 Κοιλάδα Ερυθροπόταμου: Ασβεστάδες, Κουφόβουνο, Βρυσικά» (Κακαλής 2009) η ΖΕΠ περιλαμβάνει μέρος της κοιλάδας του Ερυθροπόταμου, της αγροτικής ζώνης των χωριών Ασβεστάδες, Κυανής και Βρυσικών και των δασών στα χωριά Μαυροκλήσι και Κουφόβουνο και έχει συνολική έκταση 9.587 εκτάρια. Συγκεκριμένα, η ΖΕΠ εκτείνεται δυτικά μέχρι τα χωριά Γιατράδες και Μαυροκλήσι, συνεχίζεται ανατολικά μέχρι τα χωριά Ασβεστάδες και Κουφόβουνο. Στη συνέχεια εκτείνεται βόρεια – βορειοδυτικά μέχρι τη Μάνη και δυτικά της Βρυσικά και Ασπρονέρι.

Η περιοχή έχει ενιαίο οικολογικό χαρακτήρα και διαφέρει σε γενικά πλαίσια από την περιβάλλουσα περιοχή, καθώς περιλαμβάνει αγροτικές περιοχές με υψηλά ποσοστά φυσικής βλάστησης πχ. φυτοφράκτες, νησίδες δάσους ή μεμονωμένα δέντρα, τον οικοτόνο μεταξύ αγροτικών καλλιεργειών και φυλλοβόλων δασών και φυλλοβόλα δάση δρυός. Στην ευρύτερη περιοχή της κοιλάδας του Ερυθροπόταμου η εντατικοποίηση της γεωργίας έχει αλλάξει τη δομή των αγροτικών οικοσυστημάτων (εντατικές καλλιέργειες, χαμηλά ποσοστά φυσικής βλάστησης εντός της καλλιεργήσιμης περιοχής) και ως αποτέλεσμα η ΖΕΠ να αποτελεί μία από της λίγες εναπομένουσες φυσικές περιοχές με υψηλή ποικιλία ειδών Ορνιθοπανίδας.

Είδη χαρακτηρισμού της ΖΕΠ είναι η Λιοστριτσίδα (Hippolais olivetorum) και ο Παρδαλοκεφαλάς (Lanius nubicus). Και τα δύο είδη πληρούν το Κριτήριο C2, που συνεπάγεται ότι η περιοχή υποστηρίζει σε τακτική βάση ≥ 1% του διερχόμενου από τη μεταναστευτική οδό πληθυσμού ή του συνολικού πληθυσμού στην Ε.Ε., είδους του Παραρτήματος Ι, οποιαδήποτε εποχή του έτους. Στα 9 είδη οριοθέτησης που πληρούν το κριτήριο d, που συνεπάγεται ότι στην περιοχή απαντάται το 1% ελάχιστα αναπαραγόμενου

πληθυσμού του είδους στην Ελλάδα, περιλαμβάνται απειλούμενα είδη, της: ο Τσίφτης (Milvus migrans), που με βάση το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας χαρακτηρίζεται ως Κρισίμως Κινδυνεύον (CR), ο Μαυροπελαργός (Ciconia nigra), ο Κραυγαετός (Aquila pomarina) και ο Γερακαετός (Hieraaetus pennatus) που χαρακτηρίζονται ως Κινδυνεύοντα (ΕΝ) κ.ά.

Εντός της ΖΕΠ απαντώνται, τουλάχιστον 52 είδη πτηνών, με 29 να περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ και 23 να μην περιλαμβάνονται στο Παράρτημα, αλλά να απαντώνται συχνά κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης.

ΚΟΙΛΑΔΑ ΦΙΛΙΟΥΡΗ (ΝΟΜΟΣ ΡΟΔΟΠΗΣ)

Πρόκειται για μια κοιλάδα που την διαρρέει ο ποταμός Φιλιούρης, με απότομες πλαγιές και βραχώδεις όψεις, η οποία περικλείει του λόφους της νοτιοανατολικής Ροδόπης.

Αποτελείται κατά κύριο λόγο από δάση βελανιδιάς (Quercus spp.), μακκία βλάστηση και βοσκοτόπους. Επίσης, στην περιοχή εντοπίζονται, σημαντικά υπολείμματα παραποτάμιων δασών, τόσο κατά μήκος του ποταμού όσο και διάσπαρτα μέσα στις διάφορες καλλιέργειες.

Τα ενδιαιτήματα που εντοπίζονται εκτός από τις καλλιέργειες είναι οι εσωτερικοί απόκρημνοι βράχοι, τα πλατύφυλλα φυλλοβόλα δάση, τα ποολίβαδα και οι σκληροφυλλικοί θαμνώνες.

Η περιοχή είναι σημαντική όσον αφορά κυρίως τα αναπαραγόμενα, μεταναστευτικά και διαχειμάζοντα αρπακτικά και τα είδη ορνιθοπανίδας που σχετίζονται με τα δάση και τους θαμνώνες.

Η ευρύτερη περιοχή με ονομασία «Κοιλάδα Φιλιουρή – Ανατολική Ροδόπη» και κωδικό GR008, έχει χαρακτηριστεί ως ΣΠΠΕ.

Σημαντικά είδη της περιοχής παγκοσμίου ενδιαφέροντος που δεν πληρούν κριτήρια ΣΠΠ είναι: ο Βασιλαετός (Aquila heliaca), που αναπαράγεται και το Ευρωπαϊκό Κιρκινέζι (Falco naumanni), που απαντάται κατά τη μετανάστευση.

Εντός της ΖΕΠ έχουν καταγραφεί 37 είδη πτηνών, το σύνολο των οποίων περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ.x

Θεσμικό Πλαίσιο

 

Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου

 

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160/τ. Α/1986) «Για την προστασία του περιβάλλοντος» όπως τροποποιήθηκε με το N. 3937/2011 (ΦΕΚ 60/Α/2011) “Διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλες διατάξεις”.

Ν. 2742/1999 (ΦΕΚ 207/τ. Α/1999) “Χωροταξικός Σχεδιασμός και αειφόρος ανάπτυξη και άλλες διατάξεις”.

Διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Βέρνης όπως κυρώθηκε με το Ν.1335/1985 (ΦΕΚ 32/τ. Α/1985) “Κύρωση Διεθνούς Σύμβασης για τη διατήρηση της άγριας ζώνης και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης”.

Σύμβαση της Βόννης για τη διατήρηση των μεταναστευτικών ειδών αγρίων ζώων.

Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για την διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας όπως ενσωματώθηκε με τις:

ΚΥΑ 33318/3028/11-12-1998 (ΦΕΚ 1289/τ. Β/1998) “Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων (ενδιαιτημάτων) καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας”

ΚΥΑ 14849/853/Ε103/4-4-2008 (ΦΕΚ 645/τ. Β/2008) “Τροποποίηση των υπ’ αριθμ. 33318/3028/1998 κοινών υπουργικών αποφάσεων (Β΄1289) και υπ’ αριθμ. 29459/1510/2005 κοινών υπουργικών αποφάσεων (Β΄992), σε συμμόρφωση με διατάξεις της οδηγίας 2006/105 του Συμβουλίου της 20ης Νοεμβρίου 2006 της Ευρωπαϊκής Ένωσης”

Οδηγία 2009/147/ΕΕ (πρώην 79/409/ΕΟΚ ) περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών όπως ενσωματώθηκε με τις:

Υ.Α. 414985/29-11-85 (ΦΕΚ 757/τ. Β/1985) “Μέτρα διαχείρισης της άγριας πτηνοπανίδας”.

KYA 37338/1807/E.103/1-9-10 (ΦΕΚ 1495/B/2010) “Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας και των οικοτόπων/ενδιαιτημάτων της, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, “Περί διατηρήσεως των άγριων πτηνών”, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/147/ΕΚ”.

ΚΥΑ 8353/276/Ε103/17-2-2012 (ΦΕΚ 415/τ. Β/2012) “Τροποποίηση και συμπλήρωση της υπ’ αριθ. 37338/1807/2010 κοινής υπουργικής απόφασης “Καθορισμός μέτρων και διαδικασιών για τη διατήρηση της άγριας ορνιθοπανίδας και των οικοτόπων/ενδιαιτημάτων της, σε συμμόρφωση με την Οδηγία 79/409/ΕΟΚ….” (Β΄ 1495), σε συμμόρφωση με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ “Για τη διατήρηση των άγριων πτηνών” του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 2ας Απριλίου 1979, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2009/147/ΕΚ”.

Ν. 4042 (ΦΕΚ 24/τ. Α/2012) “Ποινική προστασία του περιβάλλοντος – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2008/99/ΕΚ”

Π.Δ. 67/81 (ΦΕΚ 23/τ. Α/1981) «Περί Προστασίας της αυτοφυούς χλωρίδος και άγριας πανίδος και καθορισμού διαδικασίας συντονισμού και ελέγχου της ερεύνης επ’ αυτών», όπως διορθώθηκε με το ΦΕΚ 43/Α/1981.

Φυσικό Περιβάλλον

 

Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου

Το Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου βρίσκεται στο μέσο του νομού Έβρου  και καταλαμβάνει έκταση 428.000 στρ. (42.800 ha), από τα οποία τα 72.900 στρ. είναι περιοχή προστασίας της φύσης (ζώνη Α). Κατέχει ξεχωριστή γεωγραφική θέση σε διεθνές επίπεδο, καθώς βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ Ασίας, Ευρώπης και Αφρικής και κοντά στον ανατολικότερο μεταναστευτικό διάδρομο πολλών ειδών πουλιών. Η εκτατική χρήση της γης από τον άνθρωπο στο βάθος των αιώνων έχει οδηγήσει στη διαμόρφωση ενός πλούσιου μωσαϊκού τοπίων με πολλές εναλλαγές. Τα διάκενα που δημιουργήθηκαν από διαταράξεις, όπως βόσκηση, υλοτομίες αλλά και μικρής έκτασης και έντασης πυρκαγιές κατά το παρελθόν, καθορίζουν την ύπαρξη και επιβίωση των περισσότερων αρπακτικών πουλιών, παρέχοντας ευκολότερη πρόσβαση στην τροφή τους. Στην περιοχή έχουν καταγραφεί συνολικά 360-400 είδη φυτών, από τα οποία 25 είδη είναι ορχιδέες, 104 είδη πεταλούδων, 12-13 είδη αμφιβίων, 29 είδη ερπετών και 60-65 είδη θηλαστικών, εκ των οποίων 24 είναι νυχτερίδες. Επιπλέον, τα ιδιαίτερης αισθητικής τοπία με βραχώδεις σχηματισμούς, ρυάκια και ποτάμια, τα ενδημικά φυτά και τα σημεία γεωλογικού ενδιαφέροντος της περιοχής είναι υψηλής οικολογικής αξίας. Η οικολογική αξία του Δάσους Δαδιάς επισημάνθηκε το 1970 από Ευρωπαίους επιστήμονες, το 1980 η περιοχή ανακηρύχτηκε προστατευόμενη και από το 2006 έχει χαρακτηριστεί ως Εθνικό Πάρκο. Πλέον αποτελεί ένα από τα λίγα καταφύγια σπάνιων αρπακτικών πουλιών σε όλη την Ευρώπη, ενώ εδώ συναντάται ο μοναδικός πολυπληθής αναπαραγόμενος πληθυσμός Μαυρόγυπα στα Βαλκάνια.

 

ΧΛΩΡΙΔΑ

Η περιοχή του Εθνικού Πάρκου παρουσιάζει μια πλούσια και πολύμορφη χλωρίδα με είδη χαρακτηριστικά της ευμεσογειακής και παραμεσογειακής ζώνης βλάστησης. Στο μεγαλύτερο τμήμα της καλύπτεται από δασική βλάστηση, η σύνθεση της οποίας είναι αποτέλεσμα της επίδρασης του κλίματος, της γεωμορφολογίας, των εδαφικών συνθηκών και της γειτνίασης με τον ποταμό Έβρο. Η βλάστηση συγκροτείται κυρίως από μαύρη πεύκη (Pinus nigra) και τραχεία πεύκη (Pinus brutia) σε μίξη με δρύες (Quercus spp.) και άλλα φυλλοβόλα είδη, καθώς και από θαμνώνες μακκίας βλάστησης.

Στο κέντρο και στα ανατολικά του Εθνικού Πάρκου συναντάμε δάση κωνοφόρων, στα οποία κυριαρχεί η τραχεία Πεύκη (Pinus brutia) και δευτερευόντως η Μαύρη Πεύκη (Pinus nigra), ενώ τα φυλλοβόλα, τα μικτά δάση και η μακία βλάστηση καλύπτουν μικρή μόνο έκταση. Αντιθέτως, στα βόρεια και στα νοτιοδυτικά κυριαρχούν τα αμιγή δάση δρυός, με είδη όπως η Πλατύφυλλη δρυς (Quercus frainetto), το Τσέρο (Q. cerris) και η Χνοώδης δρυς (Q. pubescens), τα οποία έχουν υποστεί έντονη υλοτομία στο παρελθόν. Στις ενδιάμεσες ζώνες συναντάμε μικτά δάση Πεύκης-Δρυός. Σκληρόφυλλοι θάμνοι όπως η Αγριοκουμαριά (Arbutus andrachne), το Φυλλίκι (Phillyrea latifolia), το Ρείκι (Erica arborea) και η Λαδανιά (Cistus incanus) συναντώνται κυρίως στα νοτιοδυτικά του Εθνικού Πάρκου.

Όσον αφορά στην παραποτάμια βλάστηση, κυριαρχεί το κοινό σκλήθρο (Alnus glutinosa), ενώ αλλού κυριαρχούν η Ιτιά (Salix spp.), η Λεύκα (Populus nigra) και τα Αλμυρίκια (Tamarix spp.).

Στο Εθνικό Πάρκο μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 360-400 είδη φυτών. Ανάμεσά τους βρίσκουμε δύο είδη ενδημικά της Ελλάδας (Minuartia greuteriana και Onosma kittanae), καθώς και τρία σπάνια είδη (Cephalanthera epipactoidesSalix xanthicola και Zygophyllum album). Είκοσιεννέα είδη φυτών τελούν υπό καθεστώς προστασίας, ενώ αξιοσημείωτη είναι η παρουσία 25 ειδών ορχιδέας καθώς και του Eriolobus trilobatus, ενός σπάνιου είδους Αγριομηλιάς με πολύ περιορισμένη εξάπλωση.

 

ΠΑΝΙΔΑ

ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑ

Το Εθνικό Πάρκο είναι παγκοσμίως γνωστό για την ποικιλότητα των αρπακτικών πουλιών του. Εδώ έχουν παρατηρηθεί 36 από τα 39 είδη ημερόβιων αρπακτικών πουλιών της Ευρώπης. Είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό το γεγονός ότι στην περιοχή απαντώνται ταυτόχρονα 3 από τα 4 είδη γύπα της Ευρώπης: ο Μαυρόγυπας (Aegypius monachus), ο Ασπροπάρης (Neophron percnopterus) και το Όρνιο (Gyps fulvus). Οι γύπες, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα αρπακτικά πουλιά που κυνηγούν τη λεία τους, είναι πτωματοφάγοι. Εκτός από τους γύπες, στα είδη των ημερόβιων αρπακτικών πουλιών του Εθνικού Πάρκου συμπεριλαμβάνονται είδη σημαντικά για την ελληνική πανίδα αρκετά από τα οποία, σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο της ελληνικής πανίδας, έχουν χαρακτηριστεί ως “κρισίμως κινδυνεύοντα” ή “κινδυνεύοντα”.

Εκτός από τα αρπακτικά, στην περιοχή έχουν παρατηρηθεί περίπου 166 είδη πουλιών, εκ των οποίων 2 έχουν χαρακτηριστεί ως κινδυνεύοντα για την Ελλάδα, ο Μαυροπελαργός (Ciconia nigra) και η Καμπίσια Πέρδικα (Perdix perdix), ενώ άλλα 10 έχουν χαρακτηριστεί ως “σχεδόν απειλούμενα” και 5 ως “τρωτά”. Ιδιαίτερα η παρουσία του Μαυροπελαργού θεωρείται πολύ σημαντική, καθώς τα 30-35 ζευγάρια που φωλιάζουν στην περιοχή αποτελούν σημαντικό ποσοστό του αναπαραγόμενου πληθυσμού του είδους στη χώρα μας.

Σε γενικές γραμμές τα αρπακτικά πουλιά (συμπεριλαμβανομένων των γυπών), καθώς και πολλά μικρά πουλιά που τρέφονται με έντομα ευνοούνται από περιοχές με εναλλαγές στο τοπίο, καθώς μπορούν να εντοπίζουν εύκολα την τροφή τους στις ανοιχτές εκτάσεις και ταυτόχρονα να βρίσκουν περιοχές με δέντρα για φώλιασμα και κάλυψη.

ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου έχουν παρατηρηθεί συνολικά 60-65 είδη θηλαστικών περίπου. Από τα πιο εντυπωσιακά είναι το Ζαρκάδι (Capreolus capreolus) το οποίο μπορεί κανείς να συναντήσει κατά την περιήγησή του αν είναι τυχερός. Εξίσου εντυπωσιακή είναι και η απειλούμενη Βίδρα (Lutra lutra) η οποία απαντάται κυρίως κατά μήκος των ρεμάτων, καθώς και ο Λύκος (Canis lupus), η Αγριόγατα (Felis silvestris), το Αγριογούρουνο (Sus scrofa), το Πετροκούναβο (Martes foina), η Νυφίτσα (Mustela nivalis) και ο Ασβός (Meles meles). Πέρα από τα μεγάλα θηλαστικά όμως πολύ σημαντικά είναι και τα μικρά τρωκτικά, τα οποία βρίσκονται σε αφθονία και αποτελούν βασική πηγή τροφής για τα αρπακτικά πουλιά. Σημαντική είναι επίσης και η παρουσία 24 ειδών νυχτερίδων στο Εθνικό Πάρκο. Έξι τουλάχιστον από αυτά τα είδη απαντώνται με σημαντικούς πληθυσμούς εδώ, ενώ όλα προστατεύονται από την εθνική και τη διεθνή νομοθεσία. Οι σπηλιές, καθώς και παλιά ορυχεία της περιοχής χρησιμοποιούνται από τις νυχτερίδες σχεδόν όλο το χρόνο ως καταφύγιο, ενώ μερικά είδη γεννούν εκεί τα μικρά τους κατά τα τέλη της άνοιξης με αρχή καλοκαιριού. Όλες οι επιφάνειες νερού συμπεριλαμβανομένων των μικρών δεξαμενών νερού που έχουν τοποθετηθεί από τη Δασική Υπηρεσία, διάσπαρτες στο δάσος, αποτελούν πολύτιμη πηγή νερού αλλά και τροφής, καθώς σε αυτές συγκεντρώνονται πολλά έντομα. Πολλές νυχτερίδες τρέφονται με έντομα επιβλαβή για τις καλλιέργειες, απαλλάσσοντάς τες από αυτά και βοηθώντας έτσι με έμμεσο τρόπο τη γεωργία.

ΕΡΠΕΤΑ – ΑΜΦΙΒΙΑ

Η παρουσία των ερπετών και των αμφιβίων στο Εθνικό Πάρκο είναι πολύ σημαντική, καθώς αποτελούν βασική πηγή τροφής για τα αρπακτικά πουλιά, καθώς και για τους πελαργούς και ερωδιούς της περιοχής. Ο αριθμός ειδών αμφιβίων που έχουν καταγραφεί είναι 13 από τα οποία τα 10 είναι βάτραχοι, συμπεριλαμβανομένης της απειλούμενης Κοκκινομπομπίνας (Bombina bombina), ενώ τα άλλα τρία είναι δύο είδη τρίτωνα και η γνωστή Σαλαμάνδρα (Salamandra salamandra). Από τα 29 είδη ερπετών, τα τέσσερα είναι χελώνες, τα έντεκα σαύρες και τα δεκατέσσερα φίδια, από τα οποία μόνο τα δύο είδη οχιάς είναι επικίνδυνα για τον άνθρωπο. Οι βάτραχοι αποτελούν αγαπημένη τροφή για τους πελαργούς, ενώ ο Χρυσαετός (Aquila chrysaetos) προτιμά τις χελώνες και ο Φιδαετός (Circaetus gallicus) τα φίδια.

 ΆΛΛΑ ΕΙΔΗ

Λιγότερο μελετημένα είναι τα ψάρια που βρίσκει κανείς στα ρέματα, με 17 είδη να έχουν καταγραφεί συνολικά. Αντιθέτως, για τα ασπόνδυλα έχουν γίνει αρκετές μελέτες, κατά τις οποίες έχουν καταγραφεί 283 είδη, από τα οποία τα 104 είναι πεταλούδες.
Άλλες ενδιαφέρουσες ιστοσελίδες:

 

ΓΕΩΛΟΓΙΑ

Στην περιοχή απαντούν ηφαιστειογενή πετρώματα, πλούσια σε μέταλλα, αλλά και νεογενείς σχηματισμοί, οι οποίοι κατά τόπους εμφανίζονται μαζί με τεταρτογενείς διαπλάσεις. Η ευρύτερη περιοχή διακρίνεται σε δύο βασικές γεωλογικές ζώνες: τη βόρεια, στην οποία κυριαρχούν τριτοβάθμια οφιολιθικά συμπλέγματα που έχουν υποστεί έντονη διάβρωση χάρη στην οποία έχει διαμορφωθεί ήπιο ανάγλυφο και τη νότια με Παλαιογενή ηφαιστειακά και ιζηματογενή πετρώματα που διαμορφώνουν έντονο ανάγλυφο με βραχώδεις εξάρσεις. Το ανάγλυφο χαρακτηρίζεται από την έντονη εναλλαγή μικρών και μεγάλων κοιλάδων, ήπιων και απότομων κλίσεων, καθώς και από ένα πολυσχιδές υδρογραφικό δίκτυο με μικρά και μεγάλα ρέματα, εκ των οποίων τα έξι μεγαλύτερα καταλήγουν στον ποταμό Έβρο:

-Το Μεγάλο Ρέμα

-Ο Προβατώνας

-Η Λύρα

-Το Διαβολόρεμα (ή Μαγγάζι)

-Ο Καμηλοπόταμος και

-Το Καζάνι

Η ψηλότερη κορυφή του Εθνικού Πάρκου είναι το Κάψαλο στα 620 μ.

 

ΚΛΙΜΑ

Το κλίμα είναι Μεσογειακό (μέσο-Μεσογειακό) με ηπειρωτικούς χειμώνες λόγω των βορείων ανέμων. Το μέσο ετήσιο ύψος βροχόπτωσης ανέρχεται σε 732 mm με το μέγιστο να καταγράφεται το Δεκέμβρη και το ελάχιστο τον Αύγουστο. Η μέση ετήσια θερμοκρασία κυμαίνεται από 13,7 έως 15 °C και οι μέρες με χιονοκάλυψη από 8,7 έως 13,6, κυρίως την περίοδο του Ιανουαρίου.

Δράσεις

 

Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου

 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ (MONITORING) – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΜΕΝΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΜΑΥΡΟΓΥΠΑ

Η παρακολούθηση του Μαυρόγυπα, κρίνεται ως ιδιαίτερης σημασίας για το ΕΠ, καθώς η αποικία που βρίσκεται εντός των ορίων του ΕΠ είναι η μοναδική αναπαραγόμενη στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.

Κατά τη διάρκεια της δράσης, η οποία είναι ετήσια, καταγράφεται η τάση του πληθυσμού, αποτυπώνεται η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης και ανάλογα με τα αποτελέσματα γίνονται οι απαραίτητες προσαρμογές και λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα διαχείρισης (πχ η αύξηση της παρεχόμενης τροφής με σκοπό την αύξηση της αναπαραγωγικής επιτυχίας, η διερεύνηση άλλων παραγόντων που επιδρούν στην αναπαραγωγική επιτυχία, όπως η θνησιμότητα ώριμων ατόμων κοκ). Συμπληρωματικά στην  παρακολούθηση του πληθυσμού του μαυρόγυπα, πραγματοποιείται το μαρκάρισμα των νεοσσών Μαυρόγυπα, καθώς και η τοποθέτηση δορυφορικών πομπών σε ενήλικα άτομα με σκοπό να γίνουν περισσότερο γνωστά τα αίτια θνησιμότητας των πουλιών και να γίνουν κατανοητά τα πρότυπα μετακίνησης και διασποράς τους.

Στόχος της  παρακολούθησης του μαυρόγυπα, μεσω της δακτυλίωσης, είναι η επέκταση της παρακολούθησης και άλλων ειδών όπως του κραυγαετού και φιδαετού, καθώς τα δεδομένα που συλλέγονται δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τις μετακινήσεις των πουλιών και βοηθούν σημαντικά στην τεκμηρίωση γνωμοδοτήσεων για επικείμενα έργα καθώς και στην έγκαιρη παρέμβαση σε περιπτώσεις που κάποιο πουλί αντιμετωπίζει πρόβλημα.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΤΟΥ ΌΡΝΙΟΥ (GYPS FULVUS)

Πραγματοποιείται η καταγραφή του πληθυσμού του Όρνιου στον χώρο ενισχυτικής τροφοδοσίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους,  επί τρεις ημέρες κάθε δεύτερη εβδομάδα του μήνα. Επίσης η Μονάδα Διαχείρισης συμμετέχει στην ετήσια απογραφή του Βαλκανικού πληθυσμού με καταγραφή ατόμων σε βραδινή κούρνια στην περιοχή ευθύνης του Φορέα Διαχείρισης

ΛΟΙΠΑ ΕΙΔΗ ΑΡΠΑΚΤΙΚΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟΠΕΛΑΡΓΟΣ

– Παρακολούθηση επικρατειακών αρπακτικών πουλιών (με εξωτερική ανάθεση)

– Παρακολούθηση αναπαραγωγικής επιτυχίας Θαλασσαετού (Haliaeetus albicilla) στη γνωστή θέση φωλεοποίησης (με ίδια μέσα σε ετήσια βάση)

– Παρακολούθηση του συνόλου των ημερόβιων επικρατειακών αρπακτικών πουλιών  και του Μαυροπελαργού από καθορισμένα σημεία θέας και οδικές διαδρομές (με εξωτερική ανάθεση)

– Παρακολούθηση νυκτόβιων αρπακτικών πουλιών  από καθορισμένα σημεία θέας (με εξωτερική ανάθεση)

– Παρακολούθηση τεχνητών φωλιών νυκτόβιων αρπακτικών πουλιών   (με ίδια μέσα σε ετήσια βάση)

– Υλοποίηση προγράμματος τηλεμετρίας: Σύλληψη ατόμων Κραυγαετού και Φιδαετού για την τοποθέτηση πομπών τηλεμετρίας, συλλογή βιολογικών δειγμάτων και λήψη μορφομετρικών μετρήσεων (με ίδια μέσα σε ετήσια βάση)

– Καταγραφή φωλιών αρπακτικών πουλιών σε συστάδες που πρόκειται να υλοτομηθούν βάσει του διαχειριστικού σχεδίου (με ίδια μέσα σε ετήσια βάση)

– Προ- και μετα-κατασκευαστική παρακολούθηση σε περιοχές όπου πρόκειται να υλοποιηθούν διαχειριστικά έργα μέσω του προγράμματος ΥΜΕΠΠΕΡΑΑ (με ίδια μέσα)

– Παρακολούθηση διαχειμαζόντων αρπακτικών πουλιών (με ίδια μέσα κάθε δεύτερο έτος)

Άλλα είδη:

– Παρακολούθηση πληθυσμιακής πυκνότητας και κατανομής του πληθυσμού του Ζαρκαδιού (Ιούλιος-Σεπτέμβριος, ανά 6ετία)

Ενισχυτική τροφοδοσία γυπών

Με στόχο την αύξηση της διαθέσιμης τροφής για τους γύπες, προσομοιάζοντας κατά το δυνατό τις φυσικές διαδικασίες, στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου εφαρμόζεται πρόγραμμα συμπληρωματικής τροφοδοσίας των γυπών στο Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου, συστηματικά από το 1987, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, μια φορά την εβδομάδα. Το πρόγραμμα συμπληρωματικής τροφοδοσίας των γυπών υποστηρίζεται από  το τμήμα Περιβάλλοντος και Υδροοικονομίας της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης που έχει την ευθύνη για την παραλαβή, μεταφορά και τοποθέτηση  της τροφής στους χώρους τροφοδοσίας. Η τροφοδοσία γίνεται με ζώα από κτηνοτροφικές μονάδες που έχουν ήδη πεθάνει και μεταφέρονται εκεί.

Οι καταγραφές των αρπακτικών πουλιών που επισκέπτονται το χώρο ενισχυτικής τροφοδοσίας, αποτελεί ευθύνη της Μονάδας Διαχείρισης. Οι καταγραφές πραγματοποιούνται κάθε δεύτερη εβδομάδα από το παρατηρητήριο αρπακτικών πουλιών κατά την ημέρα τοποθέτησης τροφής και για τις επόμενες δύο ημέρες. Τα δεδομένα καταγράφονται σε πρωτόκολλο βάσει του οποίου συλλέγονται στοιχεία για τον αριθμό και τα είδη των πουλιών, τα οποία κάνουν χρήση του χώρου τροφικής ενίσχυσης, την ηλικία τους και το κατά πόσο έφεραν δακτυλίδια ή wing tags.

 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ – ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Στα πλαίσια των δράσεων ενημέρωσης – ευαισθητοποίησης, οργανώνονται από τη Μονάδα Διαχείρισης μια σειρά εκδηλώσεων με σκοπό την μετάδοση της περιβαλλοντικής πληροφορίας, την προβολή της περιοχής και την ευαισθητοποίηση του κοινού. Στο παραπάνω πλαίσιο υλοποιούνται προγράμματα ενημέρωσης και περιήγησης στην προστατευόμενη περιοχή, παραγωγή έντυπου και ηλεκτρονικού πληροφοριακού υλικού, διοργάνωση θεματικών εκδηλώσεων, καθώς και ημερίδων και σεμιναρίων που απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό ανάλογα με την περίπτωση.

Επιπλέον στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης πραγματοποιούνται επισκέψεις σε σχολεία της περιοχής με σκοπό την περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των μαθητών

Οι περιβαλλοντικές δράσεις της Μονάδας Διαχείρισης υποστηρίζονται και από την ύπαρξη του Κέντρου Ενημέρωσης το οποίο λειτουργεί στη Δαδιά εδώ και 25 χρόνια πλέον. Ο ρόλος του είναι να υποδέχεται τον επισκέπτη και να τον βοηθά στην παρατήρηση και την ερμηνεία της φύσης, ενώ παράλληλα τον ενημερώνει για το Εθνικό Πάρκο και τις οικολογικές, πολιτισμικές και άλλες αξίες του. Στο Κέντρο Ενημέρωσης που λειτουργεί καθημερινά, ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να επισκεφτεί την ανακαινισμένη έκθεση με το φωτογραφικό και πληροφοριακό υλικό και να παρακολουθήσει ενημερωτικό ντοκιμαντέρ για το Εθνικό Πάρκο. Στη συνέχεια υπάρχει η δυνατότητα περιήγησης από εξειδικευμένο προσωπικό στο παρατηρητήριο γυπών και αρπακτικών πουλιών ή περιήγησης σε σηματοδοτημένα μονοπάτια στο δάσος. Επιπλέον διοργανώνονται θεματικές εκδηλώσεις, ανοιχτές στο ευρύ κοινό, σε προκαθορισμένες ημερομηνίες,  όπως η Παγκόσμια Ημέρα Δασοπονίας στις 21 Μαρτίου, η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος στις 5 Ιουνίου και η Γιορτή πουλιών το πρώτο Σαββατοκύριακο του Οκτωβρίου.

 

ΕΠΟΠΤΕΥΣΗ – ΦΥΛΑΞΗ

H επόπτευση/φύλαξη περιλαμβάνει την πρόληψη και αντιμετώπιση εκείνων των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων οι οποίες επιφέρουν πιέσεις στην προστατευόμενη περιοχή και μπορεί να προκαλέσουν υποβάθμιση της κατάστασης διατήρησης ειδών και οικοτόπων.

Τέτοιες δραστηριότητες είναι κυρίως: λαθροθηρία, θήρα εντός περιοχής απαγόρευσης κυνηγιού, λαθροϋλοτομία, όχληση σε περιοχές αναπαραγωγής, τροφοληψίας και ανάπαυσης ειδών της πανίδας, εκχερσώσεις, παράνομη απόθεση σκουπιδιών και μπάζων, κ.ά.

Η δράση περιλαμβάνει περιπολίες στην περιοχή από το προσωπικό της Μονάδας και υλοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με ιδιαίτερη έμφαση τους χειμερινούς μήνες (περίοδος απαγόρευσης του κυνηγιού), άνοιξη (περίοδος αναπαραγωγής) και καλοκαίρι με αρχές φθινοπώρου (αντιπυρική περίοδος).

Υπάρχει στενή συνεργασία με τοπικές αρμόδιες υπηρεσίες όπως το Δασαρχείο Σουφλίου, το Αστυνομικό Τμήμα Σουφλίου, η Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή και η Πυροσβεστική Υπηρεσία Διδυμοτείχου μέσου του Πυροσβεστικού Κλιμακίου Σουφλίου. Επιπλέον, η Μονάδα Διαχείρισης βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους κατοίκους των χωριών του Εθνικού Πάρκου, στην οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση, θεωρώντας ότι για τα ζητήματα προστασίας, διαχείρισης και ανάδειξης του αποτελούν τους καλύτερους συνεργάτες και υποστηρικτές του έργου και των δράσεων του ως οι τελικοί χρήστες του οικοσυστήματος αυτού.

Οικοτουρισμός – Ξεναγήσεις

 

Για περισσότερες πληροφορίες τα ωράρια των Κέντρων Πληροφόρησης της Μονάδας Διαχείρισης είναι τα εξής:

 

Κέντρο Πληροφόρησης Εθνικού Πάρκου Δαδιάς

Ωράριο Λειτουργίας 08:00 – 16:00

Κέντρο Πληροφόρησης Λουτρών Τραϊανούπολης

Ωράριο Λειτουργίας 08:00-16:00

Κέντρο Πληροφόρησης Φερών

Ωράριο Λειτουργίας 08:00-16:00

 

Εξυπηρέτηση καθημερινά κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας

Ανθρωπογενής Δραστηριότητα

 

Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Η οικονομία της περιοχής στηρίζεται κυρίως στον πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία και υλοτομία), καθώς και στον τριτογενή. Τα χωριά και οι αγροτικές εκτάσεις περιορίζονται κυρίως στα ανατολικά και στα νότια του Εθνικού Πάρκου. Οι περισσότερες καλλιέργειες είναι ετήσιες με μικρό ποσοστό οπωρώνων και αμπελιών. Τις τελευταίες δεκαετίες οι καλλιέργειες και κυρίως η κτηνοτροφία στην περιοχή περιορίζονται με γρήγορους ρυθμούς. Αντίστοιχα μειώνεται και η υλοτομική δραστηριότητα, ενώ οι οικοτουριστικές δραστηριότητες, οι οποίες γνώρισαν άνθιση από το 1994 έως το 2003, παραμένουν σταθερές με τάσεις μείωσης τα τελευταία χρόνια. Επίσης, υπάρχει σποραδική βιοτεχνική δραστηριότητα στην περιοχή του Σουφλίου και του Προβατώνα (Liarikos 2010).

Το δάσος αποτελούσε και αποτελεί πηγή ζωής για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου ο πρωτογενής τομέας παραγωγής κατείχε ιστορικά σημαντική θέση στην οικονομική ζωή των κατοίκων. Το σύνολο σχεδόν των οικονομικών δραστηριοτήτων που συναποτελούν την πρωτογενή παραγωγή λαμβάνουν χώρα στην περιοχή με ιδιαίτερη δυναμική.

Οι κύριες ασχολίες των κατοίκων είναι:

Υλοτομία: Στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου η υλοτομία και η διαχείριση του δάσους ήταν για πολλά χρόνια συνυφασμένη με τη ζωή των κατοίκων. Το καθεστώς προστασίας έθεσε κάποιους περιορισμούς στις περιοχές που μπορούν να γίνουν υλοτομίες ωστόσο συνεχίζει να αποτελεί πηγή εισοδήματος για πολλούς κατοίκους. Η μεταφορά των ξύλων από το δάσος ως το δρόμο γίνεται με μουλάρια.

Γεωργία: Πολλοί κάτοικοι της περιοχής καλλιεργούν τη γη, είτε ως κύρια απασχόληση, είτε για την ενίσχυση του εισοδήματός τους. Στις πεδινές εκτάσεις που είναι πιο εύφορες και βρίσκονται κοντά στον ποταμό Έβρο οι περισσότερες καλλιέργειες είναι εντατικές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις εφαρμόζονται παραδοσιακές πρακτικές.

Αμπελουργία: Η αμπελουργία μαζί με τη σηροτροφία αποτέλεσαν τις δυο κύριες δραστηριότητες των κατοίκων του Σουφλίου και της ευρύτερης περιοχής που έφεραν οικονομική και δημογραφική ανάπτυξη. Στις αρχές του 20ου αι. ο αμπελώνας του Σουφλίου κάλυπτε έκταση περίπου 7.000 στρ. επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων ποικιλιών. Μετά από την μεγάλη καταστροφή που υπέστη από την φυλλοξήρα, άρχισε μια τεράστια προσπάθεια για εγκατάσταση νέων αμπελιών με παλιές και νέες, ντόπιες αλλά και παγκόσμια γνωστές ποικιλίες που κάνουν το κρασί και το τσίπουρο της περιοχής μοναδικά. Στα 2.000 στρ. που καλλιεργούνται σήμερα υπάρχουν οι παλιές γνωστές ποικιλίες Ροζακί, Όψιμο Σουφλίου, Μοσχάτο Αμβούργου, Καρναχαλάς, Μαυρούδι, Παμίτι, Σέφκα, Νταμιάτης, Μπογιαλαμάς, Σινζώ (γνωστό ως Γαλλικό) αλλά και ξένες όπως Καμπερνέ, Μερλότ, Σιράχ, Σαρντονέ κ.ά. Το κρασί και το τσίπουρο που παράγονται διατίθενται στην τοπική αγορά, στηρίζοντας οικονομικά την περιοχή και προσελκύοντας αρκετούς επισκέπτες, ενώ τα τελευταία χρόνια με την οργάνωση του χώρου και τη δυναμική εξέλιξη της αμπελουργίας άρχισε η παρουσία των αμπελοοινικών προϊόντων του Σουφλίου σε μεγαλύτερες αγορές. Στις 8 Φεβρουαρίου τιμάται ο Άγιος Τρύφωνας προστάτης της αμπελουργίας με εκδηλώσεις και προσφορά κουρμπανιού. Επιπλέον, κάθε χρόνο, στα τέλη Νοεμβρίου, διοργανώνεται στο Σουφλί γιορτή τσίπουρου όπου όλοι έχουν την ευκαιρία να γευτούν την νέα σοδειά κρασιού και τσίπουρου και να ενημερωθούν για την οινοποιία μέσα από διάφορες εκδηλώσεις.

Σηροτροφία: Το Σουφλί καθώς και η ευρύτερη περιοχή του κεντρικού Έβρου είναι ιστορικά δεμένο με το μετάξι. Το μετάξι αναφέρεται ότι ανακαλύφθηκε το 2640 π.Χ. στην Κίνα, απ’ όπου απαγορεύονταν δια θανάτου η έξοδος τόσο μεταξοσκώληκα, όσο και μουριάς. Τελικά το 550 μ.Χ. Κινέζοι μοναχοί το έφεραν στην Κωνσταντινούπολη και αναπτύχθηκε η σηροτροφία στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ένα από τα πιο ισχυρά κέντρα ανάπτυξης ήταν το Σουφλί. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια (αρχές της δεκαετίας του 1980), το Σουφλί ζούσε σχεδόν αποκλειστικά από την σηροτροφία και εξήγαγε στο εξωτερικό σημαντικές ποσότητες κουκουλιών και μεταξωτών. Ακόμη και η αρχιτεκτονική των σπιτιών της περιοχής έχει να κάνει με τις ανάγκες της σηροτροφίας (ψηλοτάβανα σπίτια για να ευνοούν την ανάπτυξη του μεταξοσκώληκα). Η βιομηχανική παραγωγή μεταξιού στο Σουφλί, που έκανε παγκοσμίως γνωστή την πόλη, ξεκίνησε πριν από 100 χρόνια περίπου. Στις μέρες μας λειτουργούν στο Σουφλί κάποιες βιοτεχνίες παραγωγής μεταξωτών και αρκετές εμπορικές επιχειρήσεις ενώ γίνονται σοβαρές προσπάθειες αναβίωσης της σηροτροφίας και δυναμικής επανένταξής της στην οικονομική ζωή της πόλης.

Κτηνοτροφία

Το κτηνοτροφικό κεφάλαιο στην περιοχής του Εθνικού Πάρκου Δαδιάς – Λευκίμης – Σουφλίου χρόνο με το χρόνο μειώνεται, ωστόσο υπάρχουν ακόμα ζώα που βόσκουν ελεύθερα.

Ο αριθμός των ζώων που βόσκουν μέσα στο δάσος το έτος 2015, σύμφωνα με το

Αγροτικό Κτηνιατρείο Σουφλίου, ανέρχεται σε 5.545 περίπου αιγοπρόβατα και περίπου

335 μεγάλα ζώα, όπως παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα:

 

Πίνακας Κτηνοτροφικού Κεφαλαίου Περιοχής Μελέτης έτους 2015
Α/Α Οικισμοί Βοειδή Αίγες Πρόβατα Σύνολα
1 Σουφλί 180 1.350 1.000 2.530
2 Δαδιά 130 1.300 15 1.445
3 Κορνοφωλιά 2 200 0 202
4 Λευκίμη 0 200 0 200
5 Γιαννούλη 3 80 50 133
6 Λυκόφως 10 700 0 710
7 Λύρα 10 0 0 10
8 Προβατώνας 0 350 300 650
Σύνολα 335 4180 1365 5880

 

Μελισσοκομία: Περίοπτη θέση για την περιοχή κατέχει επίσης η μελισσοκομία που γνωρίζει δυναμική ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκου. Τα πευκοδάση, τα ρείκια και άλλα είδη χλωρίδας προσδίδουν στο μέλι της περιοχής, το οποίο εξάγεται σε όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερο άρωμα και ξεχωριστή γεύση. Παράλληλα, πολλοί κάτοικοι διατηρούν μικρά μελίσσια για τις οικογενειακές τους ανάγκες και για συμπλήρωση του εισοδήματός τους. Υπολογίζεται ότι στην περιοχή παράγονται περισσότεροι από 100 τόνοι μελιού ετησίως.

 

ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ – ΜΝΗΜΕΙΑ

Η ευρύτερη περιοχή του Εθνικού Πάρκου παρουσιάζει ιδιαίτερο αρχαιολογικό ενδιαφέρον, καθώς έχουν καταγραφεί σε μεγάλη πυκνότητα αρχαιολογικοί χώροι, που χρονολογούνται από την προϊστορική περίοδο μέχρι και τη μεταβυζαντινή εποχή. Στην περιοχή της Κορνοφωλιάς υπάρχει μια χαμηλή πλαγιά η οποία ανοίγει αμφιθεατρικά με μια καταπληκτική θέα προς το μεγάλο ποτάμι όπου αναφέρεται η ύπαρξη πολλών λαξευμάτων και κοιλοτήτων. Στα νότια του χωριού, στα χωράφια, έχουν βρεθεί πλήθος κεραμικών αλλά και άφθονα νομίσματα από τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.

Στην κορυφή Αντά Τεπέ έχουν βρεθεί θεμέλια λιθόκτιστου φρουρίου με πέντε ημικυκλικούς πύργους, επίσης, στην κορυφή της Γκίμπρενας βρίσκονται ερείπια Βυζαντινού Κάστρου χτισμένο από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Το κάστρο αυτό ήταν μέρος μιας σειράς οχυρωματικών έργων σε τέτοιες τοποθεσίες που σκοπό είχαν να εμποδίσουν την κάθοδο επιδρομέων στο νότο.

Δυτικά του οικισμού Λυκόφης, στη θέση Ανάβρα, έχουν βρεθεί τρεις μαρμάρινες σαρκοφάγοι ρωμαϊκών χρόνων, καθώς και λαξευμένος βράχος που κατά την παράδοση φιλοξενούσε βυζαντινό ναό. Στα Λαγυνά έχει βρεθεί λιθόκτιστος με ημικυκλική καμάρα τάφος, μακεδονικού τύπου, ο οποίος μπορεί να χρονολογηθεί από τον 4ο αιώνα πχ.

Στην κοιλάδα της Δαδιάς υπήρχε αρχαίος συνοικισμός γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα άφθονα αρχαία νομίσματα, ειδώλια και κεραμικά που βρέθηκαν κατά τη διευθέτηση της κοίτης του ποταμού, ενώ στην Τρανή Πέτρα που βρίσκεται περίπου 1 χλμ βορείως του οικισμού της Δαδιάς πιθανολογείται η ύπαρξη αρχαίου ιερού.

Σύνδεσμοι:

 

Ιστοσελίδες Προγραμμάτων/Δράσεων της Μονάδας Διαχείρισης:

Ιστοσελίδες των πρώην Φορέων Διαχείρισης:

Μετάβαση στο περιεχόμενο