
Κίνησε δέντρον κίνησε, κίνησε κυπαρίσσι
κίνησε απλάτανα της Κως και κρυόν νερόν της βρύσης
κίνησε ανθέ της λεμονιάς κι ανθέ του μαλαμάτου
της μαντζουράνας λούλουδο και μυρωδιά του δυόσμου
κινάτε αηδόνια και πουλιά και γλυκοκελαηδείτε
κινάτε παλληκάρια μου κι όμορφα τραγουδείτε
η Παναΐα είπεν το κι οι Δώδεκα Αποστόλοι
όπου αγαπήσει κάθε νιος να τηνε παίρνει κι όλη
έτσι κι αυτός αγάπησε μιαν πλουμισμένην κόρην
και σύναξεν τους φίλους του κι όλους του αντρειωμένους
για να του δώσει το φιλίν πριν βρέξει πριν χιονίσει
πριν πιάσει χιόνιν ο βοριάς κι ανατολήν το κράι
πριν κατεβάσει ο Δούναβης και πάρει το γιοφύρι
ας πιάσει χιόνιν ο βοριάς κι ανατολήν το κράι
ας κατεβάσουν τα νερά κι όπου κι αν θελ’ ας πάσι
ας ειν’ καλά ο μαύρος μου που θα μας επεράσει
εμέναν και το αντρόγυνον
απλάτανα: το πλατάνι, αναφέρεται στον πλάτανο στην πόλη της Κω, που είναι γνωστός και ως πλάτανος του Ιπποκράτη
κράι: παγετός
Δούναβης: ο ποταμός Δούναβης, αλλά και το ορμητικό ποτάμι
Μοιράσου τους στίχους |


Ηθέλησεν ο κυρ Βοριάς να βγει να σουργιανίσει
στέλνει μαντάτα θλιβερά σε όλους τους λιμνιώνες
Καράβια μεταράξετε και να φυσήσω θέλω
γιατί αν φυσήσω φύσημα καράβια θα τσακίσω
Κι όσα καράβια ακούσασι ράσουν και μεταράσουν
κι ένα καράβι της Σουριάς δε θε να μεταράξει
Δε σε φοβούμαι κυρ Βοριά, φυσήσεις δε φυσήσεις
τ’ έχω κατάρτια μπρούτζινα κι αντένες ασημένιες
κι έχω και ναύτες δυνατούς, όλ’ άντρες του πολέμου
που όταν σειστούν και λυγιστούν και πούσι το γιαλέσα
τρία μίλια πάει το κάτεργο και δέκα τα νερά του
λιμιώνες: λιμάνια, καταφύγια
μεταράξετε: πιάστε λιμάνι, δέστε
Σουριά: η Συρία
πούσι: λένε
γιαλέσα: ναυτικό παράγγελμα
κάτεργο: γαλέρα
Μοιράσου τους στίχους |


Η θάλασσα με γέρασε μα ’γώ την καμαρώνω
θυμούμαι τη στη στρώση μου, κλαίω και δε μερώνω
Το Αιγαίο κι αν αγριεύει
τον νησιώτη τον μαγεύει
Έχω το κύμα στρώμα μου, αφρό για μαξιλάρι
μαΐστρος όταν θα χτυπά τον πόνο μου θα πάρει
Θάλασσα δε σε βαριούμαι
όσο και να τυραννιούμαι
Της θάλασσας τα κύματα πατώ και δε βουλιούνε
σαν θέλω εγώ να σ’ αγαπώ κανέναν δε φοβούμαι
Έλα, έλα σαν σου λέγω
μη με τυραννείς και κλαίγω
Μοιράσου τους στίχους |


Ελάτε όλα τα πουλιά να κάμετε ζυμάρι
βοήθα Παναγιά μου
όπου ’σμιξεν το μάλαμα με το μαργαριτάρι
βοήθα Παναγιά μου
Κουλούρι πλάθω του γαμπρού, κουλούρι του κουμπάρου
πανιέρι καστανόπλεχτο να ’ρθουν να του το πάρουν
Μοιράσου τους στίχους |


Με το φεγγάρι περπατώ, δυοσμαράκι μου
με τ’ άστρα κουβεντιάζω
σιγανά, σιγανά
σιγανά και ταπεινά
κι αυγερινός με ρώτησε, δυοσμαράκι μου
τι έχω κι αναστενάζω
Άνοιξε το παράθυρο, δυόσμε τρίκλωνε
το κρυσταλλένιο τζάμι
σιγανά, σιγανά
σιγανά και ταπεινά
που έχω δυο λόγια να σου πω, δυόσμε τρίκλωνε
κι ύστερα κλείσ’ το πάλι
Μοιράσου τους στίχους |


Εγώ βαρκούλα θα γενώ και συ γλυκιά μου κόρη
θα δίνεις τις διαταγές στην πρύμνη και στην πλώρη
Βάρκα μου μπογιατισμένη
στα καπόνια κρεμασμένη
Πάτινος όμορφο νησί χιλιοτραγουδισμένο
σαν γιασεμί στη θάλασσα σ’ έχουνε φυτεμένο
Ανεβαίνω στα Κακούδια
και θωρώ τα βοσκαρούδια
Όμορφη που ’ν’ η Πάτινος να ’τανε πιο μεγάλη
που ’χει τα σπίτια κάτασπρα κάτω στο περιγιάλι
Έλα να σε δω να γιάνω
να μην πέσω και πεθάνω
Άνοιξε το παράθυρο το κρυσταλλένιο τζάμι
έχω δυο λόγια να σου πω και σφάλιξέ το πάλι
Ανεβαίνω το Κακούδι
βάλ’ το μπρίκι στο φανούδι
Τη θάλασσα την αλμυρή θα την εκάνω μέλι
γιατί την αρμενίζουνε παιδάκια σαν αγγέλοι
Θάλασσα βαρεί την άμμο
σ’ αγαπώ μα τι να κάνω
Θάλασσα τρώει τα ρούχα μου κι αγέρας τα μαλλιά μου
και μια μικρή μελαχρινή τρώει τα σωθικά μου
Θάλασσα βαρεί το κύμα
σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα
καπόνια ή γερανάκια (επωτίδες) είναι μηχανισμοί στα σκάφη για την ανέλκυση και καθέλκυση σωστικών λεμβών
Κακούδια: τοπωνύμιο της Πάτμου
βοσκαρούδια: νεαροί βοσκοί
Μοιράσου τους στίχους |


Φέτο το καλοκαιράκι
κυνηγούσα ’να πουλάκι
κυνηγούσα, λαχταρούσα
να το πιάσω δεν μπορούσα
κι έστησα τα ξόβεργά μου
κι ήρθε το πουλί κοντά μου
από την πολλή χαρά μου
ήθελα για να πετάξω
και στους ουρανούς να φτάσω
άγγελο να κατεβάσω
και τη θάλασσα ν’ αδειάσω
να την κάνω περιβόλι
να φυτέψω λεμονίτσες
όμορφες τριανταφυλλίτσες
τη Δευτέρα τις φυτεύω
και την Τρίτη τις κλαδεύω
την Τετάρτη βγάζουν φύλλα
και την Πέμπτη κάνουν μήλα
την Παρασκευή το βράδυ
ήρθε κλέφτης να τα πάρει
Κλέφτη μου, μην κλέφτεις μήλα
μην κορφολογάς τα φύλλα
τα ’χει αφέντης μετρημένα
πέντε πέντε κι ένα ένα
στο τεφτέρι του γραμμένα
Μοιράσου τους στίχους |


Φέραν τα καλορίζικα μέσα εις του πανέρι
γαμπρός σας σάς τα έστειλε σα καρδιακό σας ταίρι
Φέραν τα καλορίζικα, γαρύφαλλα σαράντα
και μενεξέδες εκατό, να τον αγαπάτε πάντα
Φέραν τα καλορίζικα, ένα πανέρι μήλα
κι ένα κλαδί βασιλικό με τα λιανά τα φύλλα
Απόψε σας το φέραμε το δέντρο στην αυλή σας
καλά να το κοιτάξετε, να το ’χετε στη ζωή σας
Απόψε μες στο σπίτι σας δεν πρέπει το λυχνάρι
γιατ’ ήρθε ο ήλιος κι έλαμψε μαζί με το φεγγάρι
Μοιράσου τους στίχους |


Σήκω βρε Κατίγκω και άψε το φανάρ’
να πάμε γύρου γύρου, πα κι εύρομε το μ’λάρ’
Πά’ στον ανεμόμ’λο γύριζε το μ’λάρ’
όλη μέρα γύριζε λαγός με το φανάρ’
Μες στο νταμ το είχα κι έτρωγε χορτάρ’
και ήρταν κι το κλέψαν κι αφήκαν το σαμάρ’
Το μ’λάρ’, το μ’λάρ’
δεν πάγω στο Πλωμάρ’
Μοιράσου τους στίχους |


Να ’χα νερό απ’ τον Πλάτανο, σταφύλι απ’ την Κολώνα
να ’χα και την αγάπη μου να τη φιλώ στο στόμα
Το πλατανιώτικο νερό λένε πως έχει αβδέλες
μα κείνο το κακόμοιρο έχ’ όμορφες κοπέλες
Καλό χωριό ο Πλάτανος, η βρύση ’ναι στο ρέμα
πάν’ τα κορίτσια για νερό, γυρνάνε φιλημένα
Ποιος ποταμός, ποια θάλασσα, ποια βρύση δε θολώνει
ποιος έχει αγάπη στην καρδιά και δεν τη φανερώνει
Το πλατανιώτικο νερό όποιος το δοκιμάσει
όσα κι αν έχει βάσανα όλα θα τα ξεχάσει
Περήφανέ μου πλάτανε, ψηλά που ’ν’ τα κλαδιά σου
ωραία τα κορίτσια σου και κρύα τα νερά σου
Μοιράσου τους στίχους |
