Εδώ θα τραγουδήσουμε

Εδώ θα τραγουδήσουμε σε τούτα τα παλάτια
που ’ναι τα σπίτια δίπατα κι αυλές μαρμαρωμένες
τρεις άρχοντες τα φκιάνανε και τρεις αντριωμένες
με το ψηφί με το γυαλί με το μαργαριτάρι
’πού μέσα είναι το μάλαμα κι απ’ όξω είναι τ’ ασήμι
κι απάν’ στην πλώρη του σπιτιού αγιόκλημα φυτρώνει
κάνει σταφύλι ροζακί κάνει κρασί μοσκάτο
κι όσες μανάδες κι αν το πιουν καμιά μωρό δεν κάνει
να το ’πινε κι η μάνα μας δεν ήθελε μας κάνει
Σήκω κυρά μου κι άλλαξε και βάλε τα καλά σου
βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρ’ αστήθι
και του κουράκου το φτερό βάλ’ το καμπανοφρύδι
την όχεντρα την πλουμιστή, γιορντάν’ μες στο λαιμό σου
τα κοχλιδάκια του γιαλού, κουμπιά στον καβαδό σου
Σήκω κυρά μου κι άλλαξε να πας ταχιά στα Φώτα
στα Φώτα τα Φωτίσματα από καιρού και πάντα
που ’ναι του χρόνου μια φορά κι έχουν και νοστιμάδα
βγάλε πανέρια κάστανα πανέρια λεφτοκάρυα
βγάλε και το γλυκό κρασί να πιουν τα παλληκάρια
Ας πούμ’ για τον αφέντη σας κανέν’ καλό τραγούδι
αφέντη μου πεντάφεντε πέντε φορές αφέντη
αφέντη μου στην κλίνη σου χρυσό καντήλι ανάφτει
χρυσ’ αλυσίδα κρέμεται χωρίς αέρα σειέται
δίχως λιβάνι και κερί φέγγει την αφεντιά σου
’σένα σε πρέπει αφέντη μου στ’ άλογο να καθίζεις
για να περνάς τον ποταμό στη γη να μην αγγίζεις
Πολλά είπαμ’ τον αφέντη μας που να πολυχρονίσει
στον Άγιον Τάφο του Χριστού να πάει να προσκυνήσει
κι αν έχεις κόρη έμορφη ήρθανε προξενήτες
προξενητάδες έρχονται προξενητάδες φεύγουν
ρωτούνε και ξαναρωτούν ποιανού είν’ αυτή η κόρη
πο ’χει τα μάτια σαν ελιές τα φρύδια σα γαϊτάνι
έχει το μερτζανόχειλο, ζωγράφος δεν το φκιάνει.
Σας πίκαμ’ για τα σπίτια σας πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλιω χρονώ να ζήσει
να ζήσει χρόνια εκατό και να τα επεράσει
κι από τα εκατό και μπρος ν’ ασπρίσ’ και να γεράσει

Λήμνος

Σχόλια

Κάλαντα Φώτων από τη Λήμνο. Ανάμεσα στα παινέματα για τους νοικοκυραίους, ξεχωρίζουν αυτά για την κυρά του σπιτιού, που χρησιμοποιούν ένα ‒εντυπωσιακά ευρύ σε θεματολογία‒ πλήθος στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος για να περιγράψουν την ομορφιά της.
Κάλαντα Φώτων από τη Λήμνο που ερμηνεύονταν στο πλαίσιο των εθιμικών λαϊκών δρώμενων του Δωδεκαημέρου. Τα εθιμικά δρώμενα αυτής της ιδιαίτερα σημαντικής περιόδου, που σηματοδοτεί το πέρασμα από τον σκοτεινό χειμώνα στη φωτεινή άνοιξη, ξεκινούν την προπαραμονή των Χριστουγέννων και ολοκληρώνονται το τριήμερο των Θεοφανίων, με τον αγιασμό της φύσης, μέσω των υδάτων. Ένα εκ των γνωστότερων που φτάνει μέχρι τις ημέρες μας είναι οι εθιμικοί αγερμοί με τα καλαντίσματα. Ομάδες νεαρών ανδρών παλαιότερα, παιδιών σήμερα, την παραμονή των τριών μεγάλων εορτών (Χριστουγέννων, Περιτομής του Χριστού-εορτή Αγίου Βασιλείου, Βάπτισης του Χριστού-Θεοφάνια) πραγματοποιούν αγερμούς και προαγγέλλουν τραγουδώντας τα κάλαντα, τα χαρμόσυνα γεγονότα. Τα κάλαντα ξεκινούν με την εξιστόρησή τους και συνεχίζουν με παινέματα κι ευχές για τους νοικοκυραίους που θεωρείται πως θα διασφαλίσουν την ευημερία τους.

Ζωή Ν. Μάργαρη (2023)


Μοιράσου τους στίχους

Σούρβα σούρβα

Σούρβα σούρβα, γιρό κουρμί
γιρό κουρμί, γιρό σταυρί
σαν ασήμι, σαν κρανιά
κι του χρόν’ ούλ’ γιροί
ούλ’ γιροί καλόκαρδοι
Σούρβα σούρβα για χαρά
για σταφίδις, για παρά
για καρύδις, για μπαντέμια
για ένα ξυλουκέρατου

σούρβα: κλαδί κρανιάς
σταυρί: το σημείο που η σπονδυλική στήλη ενώνεται με τη λεκάνη
κρανιά: δέντρο με εξαιρετικά σκληρό ξύλο
μπαντέμια: αμύγδαλα
ξυλοκέρατο: χαρούπι

Θράκη

Σχόλια

Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς από τη Θράκη, με χαρακτηριστική την αναφορά στα κλαδιά της κρανιάς (σούρβα) που κρατούν οι καλαντιστές.
Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς από τη Θράκη. Ερμηνεύονται στο πλαίσιο των ευετηρικών εθιμικών δρωμένων του Δωδεκαημέρου, που ανοίγει την προπαραμονή των Χριστουγέννων και κλείνει το τριήμερο των Θεοφανίων, με στόχο την επίτευξη της «καλοχρονιάς». Επιτελούνται στην καρδιά του χειμώνα και επιδιώκουν, μέσα από μια σειρά ομοιοπαθητικών τελετουργιών, να επιφέρουν τη «γεροσύνη». Οι άνδρες και τα νεαρά αγόρια των κοινοτήτων κρατώντας κλαδιά σουρβιάς (κρανιάς) ή άλλα «γερά» φυτά επισκέπτονταν τα σπίτια της κοινότητας. Εκεί αφού κτυπήσουν τις πόρτες με τα κλωνάρια, για να μεταδώσουν στο σπίτι τη «γεροσύνη» τους, τραγουδούν κάλαντα με παινέματα κι ευχετικά δίστιχα. Τέλος, οι καλαντιστές ραπίζουν ελαφρά τους νοικοκυραίους με τα καρποφόρα κλαδιά που κρατούν για να τους μεταβιβάσουν την ευεργετική δύναμή τους, αναδεικνύοντας τη συμβολική διάσταση που τους αποδίδεται για την ευετηρία, κι εύχονται για την καλοχρονιά πριν αποχωρήσουν κρατώντας τα δωρήματα που τους προσφέρονται.

Ζωή Ν. Μάργαρη (2023)


Μοιράσου τους στίχους

Σε δυο βουνά ανάμεσα

Σε δυο βουνά ανάμεσα κλήμα ήταν φυτρωμένο
κάνει σταφύλι ραζακί και το κρασί μοσχάτο
το πίνουν άντρες δε μεθούν, μάνες παιδιά δεν κάνουν
να το ’πινε κι η μάνα μου, να μην είχε κάν’ κι εμένα
κι αν μ’ έκανε, τι μ’ ήθελε και μ’ έδωσε στα ξένα

Θράκη

Σχόλια

Τραγούδι της ξενιτιάς από τη Θράκη, με θέμα το «μαγικό» κρασί που όπως σε άλλα τραγούδια το μαγιοβότανο ή ο αμάραντος, προκαλεί στειρότητα.

Μοιράσου τους στίχους

Πουλάκιν εκελάηδησε

Πουλάκιν εκελάηδησε μέσα στον καλαμιώνα
δεν κελαηδούσε σαν πουλί ούτε σαν χελιδόνι
μόν’ κελαηδούσε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα
βασιλοπούλα τ’ άκουσεν από το παραθύρι
Να ’χα πουλί μ’ τη γλώσσα σου και τον κελαηδισμό σου
Τι ζήλεψες βασίλισσα ’πό μένα το πουλάκι
εσύ τρώγεις αφρόψωμο κι ’γώ βόσκω χορτάρι
εσύ πίνεις γλυκό κρασί, μα εγώ πίνω νεράκι
εσύ κοιμάσαι πάπλωμα κι εγώ μες στα κλαδάκια

Μπάνα Ανατολικής Ρωμυλίας

Σχόλια

Καθιστικό τραγούδι από την Μπάνα της Ρωμυλίας, με γνωμικό και διδακτικό περιεχόμενο. Ο διάλογος της βασιλοπούλας με το πουλάκι αξιοποιείται για να αναδείξει τις κοινωνικές διαφορές μεταξύ πλουσίων και φτωχών καθώς και την απληστία των ισχυρών.

Μοιράσου τους στίχους

Πέφτει αντάρα στα βουνά

Πέφτει αντάρα στα βουνά και καταχνιά στους κάμπους
αντάρα είν’ η ξενιτιά κι η κατιχνιά ορφάνια
κάθεται ξένος κι όλο κλαίει βαριά κι αναστενάζει
δεν έχ’ κανέναν να τον δει, κανείς να τον κοιτάξει
κι έλαχαν τρεις γειτόνισσες και οι τρεις χαροκαμένες
η μια του πάει κρύο νερό κι η άλλ’ μοσχοσταφύλι

Ασπρονέρι Έβρου

Σχόλια

Σ’ αυτό το μελαγχολικό καθιστικό τραγούδι από το Ασπρονέρι του Έβρου παρουσιάζεται με συγκλονιστική λιτότητα ο πόνος του ξενιτεμένου. Η ξενιτιά παραλληλίζεται με την κακοκαιρία, την αντάρα και την καταχνιά, κατ’ αναλογία με την ορφάνια.

Μοιράσου τους στίχους

Όλα τα πουλιά τα μέρωσα

Όλα τα πουλιά τα μέρωσα κι όλα τ’ απομερώνω
κι ένα πουλί θαλασσινό δεν μπορώ να το μερώσω
ρίχνω τα βρόχια στα βουνά, τα ξόβεργα στον κάμπο
τα δίχτυα τα μεταξωτά τ’ς αγάπης μου την πόρτα
Γυρνώ πάνω στα βρόχια μου, τα βρίσκω χαλασμένα
γυρνώ πάνω στα ξόβεργα, βρίσκω πουλί απάνω
έκατσα και το ρώτησα και το καλοξετάζω
Πού ήσουν ψες πουλάκι μου, πού ’σουν ξεβραδιασμένο
Εψές ήμαν στη μάνα μου κοντά στις αδερφές μου
κι απόψε μαυρομάτα μου θα κοιμηθώ κοντά σου
σε κεντητό προσκέφαλο, σε πουπουλένιο στρώμα

βρόχια: θηλιά για την αιχμαλώτιση των πουλιών

Καρωτή Έβρου

Σχόλια

Καθιστικό τραγούδι της αγάπης από την Καρωτή Έβρου. Η αλληγορική περιγραφή του κυνηγιού των πουλιών αναφέρεται στις ερωτοτροπίες των νέων πριν από τον γάμο.

Μοιράσου τους στίχους

Να ’μαν πουλί να πέταγα

Να ’μαν πουλί να πέταγα ψηλά στα κορφοβούνια
ν’ αγνάντευα ολόγυρα στα μακρινά τα ξένα
να ’βλεπα την αγάπη μου, να ’βλεπα τον καλό μου
σε τι σαντίρια κάθεται, σε τι τραπέζια τρώει
τίνους χεράκια τον κερνούν και τα δικά μου τρέμουν
τίνους ματάκια τον κοιτούν και τα δικά μου τρέχουν
τίνους χειλάκια τον φιλούν και τα δικά μου σκάζουν

σαντίρι ή σεντίρι: πεζούλι, κάθισμα

Θράκη

Σχόλια

Καθιστικό τραγούδι της ξενιτιάς από τη Θράκη με συγκινητική περιγραφή του πόνου της αγάπης και της ξενιτιάς. Στον λυρικό μονόλογο της γυναίκας που περιμένει τον καλό της κυριαρχεί η ευχή να μπορούσε να πετάξει σαν πουλί για να τον δει.

Μοιράσου τους στίχους

Μωρέ καλή μου λεμονιά

Μωρέ καλή μου λεμονιά και πού να σε φυτέψω
να σε φυτέψω στο βουνό φοβούμαι μην παγώσεις
να σε φυτέψω στην αυλή φοβούμαι μη σε κλέψουν
θα σε φυτέψω στην καρδιά εχθροί σου να ζηλέψουν

Θράκη

Σχόλια

Τραγούδι της αγάπης από τη Θράκη. Η παρομοίωση της αγαπημένης με λεμονιά είναι ένα θέμα ευρύτατα διαδεδομένο στον ελληνικό χώρο.

Μοιράσου τους στίχους

Μπογδάνος

Μες στο Μπογδάνο το βουνό τρεις λυγερές ανέβιναν
κι άλλες δυο τρεις κατέβιναν
να μάσουν φούντα αμάραντο και το μελισσοβότανο
κι σκύφτουντας, μαζώνουντας, κι δίψασαν οι λυγερές
κι κάτω κάτ’ κατέβιναν να πιουν νιρό κι να νιφτούν
μόν’ βρίσκουν κι έναν νιούτσικον

Ανατολική Ρωμυλία

Σχόλια

Τραγούδι για το εθιμικό δρώμενο της «Ρουμπάνας» από την Ανατολική Ρωμυλία. Το κεντρικό θέμα της γνωριμίας των τριών λυγερών με τον νιούτσικον προετοιμάζεται από την αναφορά στο μάζεμα του αμάραντου και του μελισσοβότανου.
Τα εθιμικά δρώμενα που κορυφώνονται το Σάββατο του Λαζάρου κι ολοκληρώνονται την Κυριακή των Βαΐων εκκινούσαν την Καθαρά Δευτέρα. Μέσα στη Σαρακοστή τα νεαρά κορίτσια, με την καθοδήγηση των μεγαλύτερων, προετοιμάζονταν συστηματικά για την τέλεσή τους, μιας και συνδέονταν άρρηκτα με τα νυφοδιαλέγματα. Με κορυφαία τη «Νούνα» τα κορίτσια των κοινοτήτων δημιουργούσαν ομάδες και ξεκινούσαν τους τελετουργικούς αγερμούς τους. Αφού επισκέπτονταν χορεύοντας και τραγουδώντας όλα τα σπίτια των κοινοτήτων (εκτός από αυτά που είχαν πένθος) και δέχονταν «για το καλό» δωρήματα, κατέληγαν στο σπίτι της Νούνας, όπου γιόρταζαν με συμποσιακό γλέντι. Σε αυτό μετείχε, με κορυφαίο τον αγαπημένο της Νούνας, η σάρτα (ομάδα) των νεαρών ανδρών που ενδιαφέρονταν για τις νέες, η οποία τις συνόδευε εκ του μακρόθεν κατά τη διάρκεια του αγερμού. Αξιομνημόνευτο είναι ότι τα τραγούδια που ερμηνεύονταν στα βήματα του φερώνυμου χορού (Μπογντάνο) όπως το συγκεκριμένο, αλλά και άλλα όπως η «Μάρω» (Πέρασ’ η Νούνα μας μπροστά) απηχούν τη συμβολική γονιμοποιό δράση της εξόδου προς τη φύση και ιδιαίτερα προς το βουνό, όπου συναντούν «νιούτσικο» για να μάθουν («να σεβνταλέψουν το βουνό, να μάσουν φούντα αμάραντο»).

Ζωή Ν. Μάργαρη (2023)


Μοιράσου τους στίχους

Με γέλασαν τα πουλιά

Με γέλασαν τα πουλιά, της άνοιξης τ’ αηδόνια
με γέλασαν και μου είπανε ποτές δε θα πεθάνω
κι έχτισα το σπιτάκι μου ψηλότερο από τ’ άλλα
μ’ εφτά οχτώ πατώματα κι εξήντα παραθύρια
στο παραθύρι κάθομαι, τους κάμπους αγναντεύω
βλέπω τους κάμπους πράσινους και τα βουνά γαλάζια
βλέπω το Χάρο να ’ρχεται καβάλα στ’ άλογό του

Αμπελάκια Έβρου

Σχόλια

Χορευτικό τραγούδι από τα Αμπελάκια Έβρου, με γνωμικό περιεχόμενο για τη ματαιότητα των υλικών αγαθών και το εφήμερο του ανθρώπινου βίου, σε αντιδιαστολή με τη διαχρονικότητα της φύσης.

Μοιράσου τους στίχους