
Μαρία πάει για πασχαλιές, λάλησ’, αηδόνι μ’, λάλησι
πασχαλίτσες να μαζέψει
μες στ’ αμπέλια στα χουράφια
Μαζώνουντας τις πασχαλιές, λάλησ’, αηδόνι μ’, λάλησι
γελώντας, τραγουδιώντας
βρίσκ’ αηδόν’ που κελαηδούσι
Αγάλια αγάλια του ζυγών’, λάλησ’, αηδόνι μ’, λάλησι
να μην του ξινουμίσει
να τ’ αφήσ’ να κελαηδήσει
Έκατσι του καμάρουνι, λάλησ’, αηδόνι μ’, λάλησι
κι ’κείνου την τηρούσι
κι γλυκά την κελαηδούσι
ξινουμίσει: ξαφνιάσει
Μοιράσου τους στίχους |


Κάτω στ’ς Μπαρμπαριάς τον κάμπο
τα ψαρούδια κάνουν γάμο
τα μυρμήγκια πανηγύρι
κάλεσαν κι εμένα νούνο
κάκιωσα κι εγώ δεν πήγα
πουκάμ’σο δεν είχα να βάλω
δένω το ’να, δένω τ’ άλλο
δένω του μπαμπά τ’ σαλβάρα
άντα βγαίνω κι αγναντεύω
ο λαγός λαλάει τη λύρα
κ’ η αλεπού το τουμπερλέκι
κι ο σκαντζόχοιρους ο σγούρος
κάν’ τη χελώνα με το μάτι
Έλα βράδυ στο κρεβάτι
να φιλήσεις μαύρο μάτι
και λαιμό τσιμπουρασμένο
νούνος: κουμπάρος
άντα: όταν
Μοιράσου τους στίχους |


Λεν ήρθε Μάης κι η άνοιξη, ήρθε το καλοκαίρι
που ανθίζουν τα τριαντάφυλλα τα μοσχομυρισμένα
Άσπρο τριαντάφυλλο φορώ και θέλω να το βάψω
κι αν το πετύχω στη βαφή πολλές καρδιές θα κάψω
Μοιράσου τους στίχους |


Κόρη μ’ κι αν περπατείς λιανά, πες μας και τι κιρδεύεις
και ’γώ στην πόρτα σ’ φύτρουσα πράσινου λουλουδάκι
συβαίνεις, βγαίνεις μι πατείς μι τ’ άσπρου το ποδάρι σ’
και συ Θεό δε νόμαξις, να σκύψεις να μι πάρεις
θέλεις στουν κόρφου σ’ βάλι μι, θέλεις και στο τζουλούφι σ’
νε συ μυρίζεις όμορφα, σαν ίτσια, σα λιλίτσα
σα μήλο, σαν τριαντάφυλλο, σαν όλα τα λουλούδια
κιρδεύεις: κερδίζεις
συβαίνεις: μπαίνεις μέσα
ίτσια: αγριομενεξέδες
Μοιράσου τους στίχους |


Παίρνω το χρυσοσκέπαρο και τ’ αργυρόν πριόνι
ν’ ανέβω σε ψηλό βουνό και σ’ έμορφο βαλκάνι
να κόψω δάφνες και μηλιές και μια νεραντζουπούλα
να φτιάξω τη λυρίτσα μου και τ’ αργυρόν δοξάρι
για να λαλώ πολύ καλά, χορεύουν τα κουρίτσια
χορεύ’ κ’ εμέν’ καλούδα μου που θέλ’ να με χωρίσει
Στο τι κόρη μ’ δε μ’ άρεσες και θέλ’ς να με χωρίσεις
’γώ είμαι πρώτος μάστορας κι ο πρώτος ο ντουλγκέρης
φτιάνω τα σπίτια τα ψηλά της πόλης τ’ αργαστήρια
φτιάνω και την Αγια-Σοφιά και την Αγια-Μαρίνα
βαλκάνι: δασωμένο ψηλό βουνό
ντουλγκέρης: χτίστης
Μοιράσου τους στίχους |


Ένας άγουρος κι ένας καλός στρατιώτης
κάστρο γύρευε, χωριό να πάει να μείνει
κι ούδε κάστρο βρίσκ’ κι ούδε χωριό να μείνει
βρίσκει ένα δεντρί, δεντρί μαλαματένιο
στέκ’ και το ρωτάει, στέκεται και του λέει
Δέξε με δεντρί, εμέν’ και τ’ άλογό μου
πού είν’ η ρίζα σου να δέσω τ’ άλογό μου
πού είν’ η κλώνα σου να βάλω τ’ άρματά μου
Για κι η ρίζα μου, δέσε και τ’ άλογό σου
για κι η κλώνα μου, βάλε και τ’ άρματά σου
για κι ο ίσκιος μου, πέσε να ξαποστάσεις
κι αύριο το ταχιά το δίκιο μ’ το γυρεύω
δυο σταμνιά νερό στη ρίζα μου να ρίξεις
άγουρος: αγόρι, παλληκάρι
δέξε με: υποδέξου με
το ταχιά: πολύ νωρίς, πρωί πρωί
Μοιράσου τους στίχους |


Δε σε θαρρούσα Δούναβη νερό να κατεβάσεις
κι εσύ νερό κατέβασες μια θάλασσα γεμίζεις
κατέβασες και μια μηλιά με μήλα φορτωμένη
που ’χει τα μήλα κόκκινα, φύλλα ζωγραφισμένα
κι απάνω στην κορφίτσα της δυο αδέρφια αγκαλιασμένα
κι ένα από τ’ άλλο έλεγαν κι ένα από τ’ άλλο λένε
Βάστα καλά, καλέ αδερφέ, να μην ’ποχωριστούμε
κι αν χωριστούμε ύστερα πια πού θ’ ανταμωθούμε
Κει που ανταμώνται τα νερά κι οι πάχνες και τα χιόνια
εκεί θ’ ανταμωθούμ’ κι εμείς, τα δυο μας χελιδόνια
Μοιράσου τους στίχους |


Γιάννου λουλούδια μάζουνι, χεμ τα μαζών’ χεμ λέει
Λουλούδια μου αγληγουρστά, τι αδιάζιστι κι ανοίγ’τι
θα πέσει πάχνη θα σας κάψ’ πως έκαψι κι εμένα
Γιάννου λουλούδια μάζουνι, ζουμπούλια, μενεξέδες
Γιάννου: η Γιάννω
χεμ: μαζί, παράλληλα, και
αγληγουρστά: βιαστικά, ανυπόμονα
αδιάζιστι: βιάζεστε
πως: όπως
Μοιράσου τους στίχους |


Βασίλεψε αυγερινός γλυκοχαράζει η μέρα
πάν’ τα πουλάκια στη βοσκή όλα ζευγαρωμένα
κι ένα πουλάκι μοναχό κάθεται το καημένο
δε φάνηκε το ταίρι του και είναι λυπημένο
Μοιράσου τους στίχους |


Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο
για’ δεν ανθείς αμπέλι μου, σταφύλια για’ δεν κάνεις
μου χάλασες παλιάμπελο κι εγώ θα σε πουλήσω
Μη με πουλάς αφέντη μου και μη μου παζαρεύεις
για βάλε νιους και φτιάσε με, γέρους και κλάδεψέ με
βάλε κορίτσια ανύπαντρα να με κορφολογήσουν
βάλε γριές μεσόκοπες να με βλαστολογήσουν
Κορφολόγημα είναι η κοπή των νεαρών βλαστών στην κορυφή του φυτού.
Βλαστολόγημα είναι η αραίωση των βλαστών
Μοιράσου τους στίχους |

Τραγούδι που συνοδεύει τον χορό της Λαμπρής στην Καρωτή Έβρου. Αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των τραγουδιών του Πάσχα, που θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική στιγμή του εθιμολογικού κύκλου. Ερμηνεύεται μετά τους κοριτσίστικους ταπεινούς και ξύσυρτους χορούς, στον κύκλο των ζωναράδικων που ακολουθούν, με τα οποία πληρώνεται το πάνδημο, αναστάσιμο χοροστάσι με την εξέχουσα συμβολική και λειτουργική σημασία. Στο συγκεκριμένο τραγούδι της αγάπης αναδεικνύεται η σχέση των ανθρώπων με τη θαλερή ανοιξιάτικη φύση ‒η οποία εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την ανανέωση της ζωής‒ και παραλληλίζεται με την πολυπόθητη ανανέωση της κοινότητας. Την ανανέωση που συνδέεται άρρηκτα με τα νυφοδιαλέγματα, τα αρραβωνιάσματα και τους γάμους, που ακολουθούν τα πασχαλινά πάνδημα γλέντια.