
Χελιδονάκι μου γοργό, γοργό μου χελιδόνι
πέψω σε θέλω εις τα μακριά και στον αλάργο κόσμο
σε τόπο απ’ έχω μια φιλιά και μια καινούργια αγάπη
κι έχω καιρό να την ιδώ χρόνο να την ’νταμώσω
μέρα να πάω δε μπορώ, τη νύχτα δεν κατέχω
φοβούμαι τα περάματα
Μοιράσου τους στίχους |


Σε ψηλό βουνό, σε ριζιμιό χαράκι
κάθεται έν’ αϊτός βρεγμένος, χιονισμένος
και παρακαλεί τον ήλιο ν’ ανατείλει
Ήλιε ανάτειλε, ήλιε λάμψε και δώσε
για να λιώσουνε χιόνια ’πού τα φτερά μου
και τα κρούσταλλα απού τ’ ακράνυχά μου
ριζιμιό: ριζωμένο
χαράκι: μεγάλος βράχος
Μοιράσου τους στίχους |


Του Ψηλορείτη τα πουλιά στον κάμπο δε φωλεύουν
κι οι μερακλίδικες καρδιές τα πλούτη δε ζηλεύουν
Άχυρα ρίχνω στο νερό, βαριά ’ναι και βουλιούνε
κι άλλοι μολύβια ρίχνουνε και στον αφρό κυλούνε
Δεντρί που δε σου μέλλεται να φάεις τον καρπόν του
μην κοιμηθείς στον ίσκιον του και πάρεις τον καημόν του
Φύλλο ξερό στον ποταμό το ρέμα του με σέρνει
ποιος ξέρει σε ποιο πέλαγο, σε ποιο γκρεμό με φέρνει
Ο άντρας κάνει τη γενιά κι όχι η γενιά τον άντρα
σαν είναι ο τράγος δυνατός, δεν τονε στένει η μάντρα
Φύσηξε αγέρι τα πανιά για να καρπίσει η γης μας
ψωμί να φάνε οι ξένοι μας κι οι φίλοι κι οι οχτροί μας
Μην τονε κλαις τον αϊτό όντε βροντά και βρέχει
μόνο να κλαις ένα πουλί όπου φτερά δεν έχει
Περήφανος είναι ο αϊτός γιατί ψηλά καθίζει
μα η πέρδικα κι αν κελαηδεί στο χώμα στραταρίζει
Περήφανος είν’ ο αϊτός μα είν’ και το γεράκι
που βάνει σε λογαριασμό κάθε λογής πουλάκι
Ποτέ γεράκι δε γερνά μόν’ από σκότος πάει
μ’ αλήθεια και το δίκιο ντου κάνει το, δεν το χάνει
Ένας αϊτός στη θύελλα παλεύει μη μπλαντάξει
και καρτερεί την ξαστεριά στον ήλιο να πετάξει
Ήλιε μου ίντα σου ’καμα και πας να βασιλέψεις
κι αφήνεις με στα σκοτεινά και πας αλλού να φέξεις
Ο κόσμος είν’ ένα δεντρί και ’μείς τ’ απωρικό του
ο Χάρος είναι τρυγητής και τρώει τον καρπό του
Μοιράσου τους στίχους |


Είναι δέντρα πολλά στη γη, σαν την ελιά δεν είναι
βρέχει, χιονίζει, λιάζεται και πάντα δροσερή ’ναι
Μα ’γώ αγαπώ τη την ελιά γιατί βγάνει το λάδι
και φέγγει στην αγάπη μου όντε δειπνά το βράδυ
Απόψε μόνο κι αύριο αργά θα ν’ είμαστε νομάδι
κι ύστερα ξεχωρίζομε ωσάν τσ’ ελιάς το λάδι
Μοιράσου τους στίχους |


Λάλησε κούκε, λάλησε, λάλα χρυσό μου αηδόνι
λάλα τον πρωινό σκοπό σε ούλους τσι μπαξέδες
στον εδικό μου τον μπαξέ, αηδόνι μη λαλήσεις
γιατί έχω μαύρη την καρδιά, βαμμένη με μπογιάδες
ο χάρος μού την έβαψε
Μοιράσου τους στίχους |


Για ιδές περβόλιν έμορφο για ιδές κατάκρυα βρύση
στο περιβόλι μας
στ’ ώριο περβόλι μας τ’ όμορφο
κι όσα δέντρα ’πεψεν ο Θιος μέσα ’ναι φυτεμένα
στο περιβόλι μας
στ’ ώριο περβόλι μας τ’ όμορφο
κι όσα πουλιά πετούμενα μέσα ’ναι φωλεμένα
στο περιβόλι μας
στ’ ώριο περβόλι μας τ’ όμορφο
μέσα σε κείνα τα πουλιά ευρέθη ένα παγώνι
στο περιβόλι μας
στ’ ώριο περβόλι μας τ’ όμορφο
και χτίζει τη φωλίτσα του σε μιας μηλιάς κλωνάρι
στο περιβόλι μας
στ’ ώριο περβόλι μας τ’ όμορφο
’πεψεν: έπεμψεν, έστειλε (αόριστος του ρ. πέμπω)
Μοιράσου τους στίχους |


Αυγή τσ’ αυγής θα σηκωθώ ’πού του βουνού τη ρίζα
να σύρω να ξημερωθώ βουνό μου στην κορφή σου
να κάμω κύκλο στο βουνό, βολίτα στη μαδάρα
να βρω μια πέτρα ριζιμιά να διπλωθώ να κάτσω
ν’ ακούσω γερακιού φωνή και φάλκο να λαλήσει
ν’ ακούσω και την πέρδικα να γλυκοκακαρίσει
ν’ ακούσω πετροκότσυφο
βολίτα: βόλτα, περίπατος
μαδάρα: γυμνό, άδενδρο βουνό με ορεινά βοσκοτόπια
ριζιμιά: βαθιά ριζωμένη
φάλκο: είδος γερακιού
Μοιράσου τους στίχους |


Και ντ’ έπαθες χαμέμηλον και στέκεις μαρεμένον
γιάμ’ η ρίζα σ’ εδίψασεν, γιάμ’ ο καρπό σ’ ελλάεν
γιάμ’ ασ’ σα χαμελόκλαδα σ’, κανέναν εζαλίεν
Νια η ρίζα μ’ εδίψασεν, νια ο καρπό μ’ ελλάεν
νια ασ’ σα χαμελόκλαδα μ’ κανέναν εζαλίεν
έναν κορίτσ’ κι έναν παιδίν, ’ς ση ρίζα μ’ εφιλέθαν
εποίκαν όρκον κι όμνυσμαν να μη ευτάν’ χωρισίαν
ατώρα εχωρίγανε, γιάμ’ έχω εγώ το κρίμαν
χαμέμηλον: κοντομηλιά
γιάμ’: άραγε, μήπως (από την έκφραση: για να μη)
ελλάεν: άλλαξε
χαμελόκλαδα: χαμηλά κλαδιά
εζαλίεν: ζαλίστηκε
νια: ούτε
κορίτσ’: κοπέλα
παιδίν: παλληκάρι
εφιλέθαν: φιλήθηκαν
εποίκαν: έκαναν
όμνυσμαν: ορκίστηκαν
ευτάν: κάνουν
κρίμαν: αμαρτία
Μοιράσου τους στίχους |


Πάμε κόρ’ σα κάστανα, κάστανα σερεύομε
σεπεπί’ τη καστανί’, πέλκι μασχαρεύομεν
Πάμε κόρ’ απέσ’ σ’ ορμάν’, και με τ’ έναν μαχανά
πάμε να φιλίουμες και ν’ αποχωρίουμες
Ακεί πέρα λάσκεσαι, ευρίκ’ς κι αγκαλιάσκεσαι
κι εγώ κάτ’ να λέγω σε, ντο πολλά χολιάσκεσαι
σερεύω ή σωρεύω: μαζεύω
σεπεπί’: με αφορμή
πέλκι: ίσως, πιθανόν
μασχαρεύω: αστειεύομαι, ερωτοτροπώ
απέσ’: τοπικώς, προς τα μέσα
ορμάν’: δάσος
μαχανά: αφορμή, δικαιολογία
λάσκεσαι: κάνεις βόλτα
αγκαλιάσκεσαι: αγκαλιάζεις
ντο: τι (από την έκφραση τι ένι το= τι είναι εκείνο)
χολιάσκεσαι: χολώνεις, νευριάζεις
Μοιράσου τους στίχους |


Σίτια ’πέγ’να ομάλια ομάλια
είδα ορμάνια και λιβάδια
και σην άκραν πέντε ελάτια
και ’ς ση πεγαδί’ την άκραν
έστεκεν δέντρον και μέγα
τα νεράντζια φορτωμένον
έπλωσα να παίρω ένα
εχολιάστεν η Λεμόνα
Ντο χολιάσκεσαι Λεμόνα
πάσκ’ κι ετσάκωσα κλαδόπον
γιάμ’ εμάρανα φυλλόπον
αν ετσάκωσα κλαδόπον
να τσακούται το χερόπο μ’
Κι αν εμάρανα φυλλόπον
να μαραίνεται το ψυόπο μ’
Σίτια: καθώς
’πέγ’να: πήγαινα
ομάλια: ομαλά, ευθεία
ορμάν’: δάσος
εχολιάστεν: χόλωσε, θύμωσε
πάσκ’: μήπως (από την έκφραση: πας και ένι το = μήπως είναι τούτο)
ετσάκωσα: έσπασα
γιάμ’: άραγε, μήπως (από την έκφραση: για να μη)
ψυόπο: ψυχούλα
Μοιράσου τους στίχους |

Τα ριζίτικα, τα «τραγούδια» όπως ονομάζονταν παλαιότερα, είναι φωνητικά κομμάτια με αφηγηματικό περιεχόμενο. Ερμηνεύονται από μία φωνή ή και ομάδα φωνών, συνήθως χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Η ονομασία «ριζίτικα» προέρχεται πιθανότατα από τις ρίζες, τους πρόποδες των βουνών της Κρήτης και κυρίως των Λευκών Ορέων, τόπο δημιουργίας και έμπνευσης των τραγουδιών αυτών.