
Τώρα είν’ ο Μάης κι η άνοιξη, τώρα είν’ το καλοκαίρι
τώρα τα ελάφια χαίρονται, τώρα δροσολογιούνται
και μια λαφίτσα ταπεινή, ταπεινοκαμαριάρα
δε βόσκει, δε δροσίζεται, δεν πάει κοντά με τ’ άλλα
όλο τ’ απόσκια περπατεί και τα ζερβά κοιμάται
κι όπ’ εύρει γάργαρο νερό, θολώνει και το πίνει
κι ο ήλιος την ερώτησε κι ο ήλιος τη ρωτάει
Γιατί λαφίτσα ταπεινή, ταπεινοκαμαριάρα
δε βόσκεις, δε δροσίζεσαι, δεν πας κοντά με τ’ άλλα
Ήλιε μου σαν με ρώτησες θε να σ’ ομολογήσω
δώδεκα χρόνους έκανα στείρα χωρίς ελάφι
κι από τους δώδεκα και μπρος, απόχτησα ελάφι
και ’κεί που βγήκε ο κυνηγός να λαφοκυνηγήσει
το βρίσκει βόσκει μοναχό, ρίχνει και το σκοτώνει
ζερβά: απόμερα
Μοιράσου τους στίχους |


Εσείς πουλιά του κάμπου και της Ρούμελης
αυτού ψηλά που πάτε, για χαμηλώσετε
γράμμα ’χω να σας δώσω, γράμμα και γραφή
να πείτε της καλής μου, της γυναίκας μου
να μη με περιμένει, να μη με καρτερεί
εμένα με παντρέψαν εδώ στην ξενιτιά
και πήρα μαγιοπούλα, της μάγισσας παιδί
και μάγεψε τ’ αστέρια και τον ουρανό
και μάγεψε και μένα και μ’ έκανε γαμπρό
Μοιράσου τους στίχους |


Εσείς βουνά της Λειβαδιάς και λόφοι του Διστόμου
ποτέ μη λουλουδίσετε, χορτάρι μη φυτρώσει
για το κακό που έγινε στην αγορά Διστόμου
Μοιράσου τους στίχους |


Ένας αϊτός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε
και τσίμπαγε τα νύχια του, τα νυχοποδαράκια του
Νύχια μου και νυχάκια μου και νυχοποδαράκια μου
Μοιράσου τους στίχους |


Βλάχα πλένει στο ποτάμι
κι άλλη Βλάχα τη ρωτάει
Πού ’σαν Βλάχα μ’ το χειμώνα
και το καλοκαίρ’ ακόμα
Ήμουνα ψηλά στα πλάγια
’κεί στα δροσερά λιβάδια
και βοσκούσα προβατάκια
και κατάλευκα αρνάκια
τα βοσκούσα στα τριφύλλια
πάνω κάτω ήταν χίλια
και τα πότιζα στ’ αυλάκι
κρύο, δροσερό νεράκι
και εγώ με τη φλογέρα
τραγουδούσα νύχτα μέρα
Μοιράσου τους στίχους |


Βελούχι μου περήφανο κι Οξιά ζωγραφισμένη
λιώστε τα χιόνια γρήγορα, να χορταριάσ’ ο τόπος
να βγουν οι Βλάχοι στα βουνά, να βγουν κι οι Βλαχοπούλες
να βγουν και τα Βλαχόπουλα λαλώντας τη φλογέρα
Βελούχι: ο Τυμφρηστός, βουνό μεταξύ Ευρυτανίας και Φθιώτιδας (υψ. 2.315 μ.)· Οξιά: βουνό της Ευρυτανίας (υψ. 1.923 μ.)
Μοιράσου τους στίχους |


Το Μάη λαλούν οι πέρδικες, το Μάη λαλούν τ’ αηδόνια
το Μάη κατεβαίνουνε στις βρύσες τα τρυγόνια
Μάη μου με τα λουλούδια
με χαρές και με τραγούδια
Ο Μάης έχει τ’ όνομα κι Απρίλης τα λουλούδια
στα νιάτα και στην ομορφιά αξίζουν τα τραγούδια
Το γαρίφαλο του Μάη
μου πήρε το νου και πάει
Το Μάην εγεννήθηκα και μάγια δε φοβούμαι
εξόν και μου τα ρίξουνε στην κλίνην που κοιμούμαι
Μάη μου με τα χορτάρια
που πλανάς τα παλληκάρια
Μάη μου με τα λουλούδια
που πλανάς τα κοπελούδια
Μοιράσου τους στίχους |


Ήμερα κι άγρια πουλιά όλα να συναχθείτε
να πάτε στην αγάπη μου δυο λόγια να της πείτε
πέστε της λόγια θλιβερά που να καεί η καρδιά της
πέστε της πως παντρεύομαι για τα πεισματικά της
Κι αυτά σαν ήμερα πουλιά και σα χαριτωμένα
τινάξαν τα φτεράκια τους και πάνε τα καημένα
στο παραθύρι κάθησαν, τινάξαν τα φτερά τους
και με λυπητερή φωνή φωνάξαν την κυρά τους
Πουλιά μου, μη σας έστειλε ο νιος που μ’ αγαπούσε
Κυρά μου, ο νιος μάς έστειλε, ο νιος που σ’ αγαπούσε
μας είπε λόγια θλιβερά, που να καεί η καρδιά σου
μας είπε πως παντρεύεται για τα πεισματικά σου
Κι η κόρη όταν τ’ άκουσε πιάνει να γράφει γράμμα
και με την πρώτη την πενιά βουρκώνεται στο κλάμα
Σύρτε πουλιά και πέστε του πως δεν τον αγαπάω
και αύριο παντρεύομαι το φίλο του να πάρω
Μοιράσου τους στίχους |


Βιολέτα του Γιονάρη, βιολέτα μ’ ανοιχτή
στον ίσκιο σ’ από κάτω ποιος θ’ αποκοιμηθεί
Βιολέτα μ’ ανθισμένη με φύλλα πράσινα
πού φεύγεις και μ’ αφήνεις μέσα στα βάσανα
Βιολέτα μου ανθισμένη, γέρνει η κορφάδα σου
ποιος θα τηνε γλεντήσει την εμορφάδα σου
Βιολέτα του Γιονάρη: Οι πρώτες βιολέτες, ιδίως οι άγριες, ανθίζουν στο τέλος του Γενάρη κι έχουν ξεχωριστό άρωμα
Μοιράσου τους στίχους |


Το φιλέρημο τρυγόνι
δεν ομοιάζει με τ’ αηδόνι
και το ταίρι του αν χάσει
γνώμην άλλη δεν αλλάσσει
και τον κόσμο υστερείται
και περίλυπον κινείται
πράσινο κλαρί δεν θέλει
η καρδιά του είναι θλιμμένη
καθαρό νερό δεν πίνει
κάθε φαγητόν αφήνει
εις ξηρόν κλαδί καθίζει
και με πόνο κελαηδίζει
να ’ρθει τις να το σκοτώσει
απ’ τη λύπη να γλιτώσει
επειδή δεν υποφέρει
χηρεμένο, δίχως ταίρι
Μοιράσου τους στίχους |
