Σε καινούργια βάρκα μπήκα

Σε καινούργια βάρκα μπήκα και στο Μιχαλίτσι βγήκα
βρίσκω ναύτες παλληκάρια που ψαρεύανε για ψάρια
Έχετε ψαράδες ψάρια για να φάν’ τα παλληκάρια
Έχουμε χρυσή σαρδέλα σαν την έμορφη κοπέλα
έχουμε και παλαμίδες που τις τρών’ οι δεσποινίδες
έχουμε παστά και χλώρια και πεντ’ έξι οκάδες χώρια
Πάρε βούρλα, βούρλισέ τα και πελάντζα ζύγισέ τα

Μιχαλίτσι: α) αγροτική μεσόγεια κωμόπολη στη Βιθυνία, δυτικά της Προύσας, πολύ κοντά στις εκβολές του Ρυνδάκου ποταμού· β) παραλιακό χωριό της Νικομήδειας, στο οποίο αναφέρεται το τραγούδι. Σε άλλες παραλλαγές, αντί του Μιχαλιτσιού, αναφέρονται οι τοποθεσίες Αϊ-Γιώργης και Αϊ-Γιάννης, προφανώς παραθαλάσσιες με ομώνυμα ξωκλήσια

χλώρια: φρέσκα

Προποντίδα

Σχόλια

Τραγούδι των ψαράδων από την Προποντίδα. Είναι αξιοσημείωτη η περιγραφή του περάσματος (κρεμάσματος) των ψαριών προς πώληση σε ξερά φύλλα βούρλων.

Μοιράσου τους στίχους

Όλα πουλάκια το λαλούν

Όλα πουλάκια το λαλούν ‒ να ζεις, μην αγαπάς αλλού
όλοι οι αϊτοί το λένε ‒ κλαίν’ τα δυο μου μάτια, κλαίνε

Σαν το δικό μου τον αϊτό ‒ πράμα που δεν αλησμονώ
άλλος αϊτός δεν είναι ‒ και το νου μου τονε πήρε

Ψηλώνει, χαμηλοπετά ‒ και την καρδιά μου ξεπετά
και χαμηλών’ κι αστράφτει ‒ κι όλες τις καρδιές τις κάφτει

Μ’ ένα χαμηλοπέταμα ‒ θε’ να περάσει πέραμα
ράισε το φτερό του ‒ πόχασε το λογικό του

Τρεις λαλητάδες έβγαλε ‒ τα κάλλη του με τρέλανε
σ’ εξήντα μαχαλάδες ‒ πόχουνε τις νοστιμάδες

Ποιος έχει ασήμι άθολο ‒ περιστεράκι άχολο
και μάλαμα καθάριο ‒ σ’ αγαπώ, το νου μου χάνω

και τρίχα από ξανθής μαλλιά ‒ πρόβαλ’, αγάπη μου γλυκιά
να ράψει το φτερό του ‒ πόχασε το λογικό του

άθολο: άδολο, ανόθευτο, γνήσιο
άχολο: άκακο, ειρηνικό, ήμερο

Ρόδα Κυζίκου

Σχόλια

Τραγούδι της αγάπης από τα Ρόδα της Κυζικηνής Χερσονήσου, στον ρυθμό του γρήγορου χασάπικου χορού, με θέμα τον αϊτό. Χαρακτηριστική είναι η στιχουργική ιδιαιτερότητα του τραγουδιού, καθώς τα ημιστίχια του βασικού κορμού των δεκαπεντασύλλαβων στίχων που αναφέρονται στον αϊτό συμπληρώνονται με άλλα ημιστίχια που ομοιοκαταληκτούν με τα πρώτα και περιγράφουν τον καημό της αγάπης. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα δεύτερο παράλληλο επίπεδο αφήγησης, όπου αποκαλύπτεται το αλληγορικό περιεχόμενο του τραγουδιού.

Μοιράσου τους στίχους

Ο κυνηγός

Σηκώνομαι ο καημένος, σαν παραπονεμένος
και βάζω τ’ άρματά μου, πάω να κυνηγώ
λαγούς, περδίκια να ’βρω, πουλάκια να σκοτώσω
και σένα να γλιτώσω, κορμί μ’ αγγελικό
στο δρόμο που πηγαίνω βρίσκω και μια μηλιά
στα μήλα φορτωμένη κι απάνω μια ξανθιά
Ξανθιά, κατέβα κάτω να κάνουμ’ αγκαλιά
Κι εκείνη κόβει μήλα και με πετροβολά
κάνω να κόψω μήλο, πιάνω το χέρι της
βοήθα Παναγιά μου να γίνω ταίρι της
ψηλά βλέπω ’ναν πύργο που λάμπει σαν τον ήλιο
πουλί καθόταν πάνω και γλυκοκελαηδεί
και το κελάηδημά του μου φάνηκε πως λέει
Χαρείτε σεις οι νέοι τώρα που ’ναι καιρός
χαρά, χαρά χαρείτε, κορίτσια παντρευτείτε
γιατί καιρός διαβαίνει και δε γυρίζει πια

Κουβούκλια Βιθυνίας

Σχόλια

Επιτραπέζιο τραγούδι από τα Κουβούκλια Βιθυνίας. Ο άντρας παρουσιάζεται αλληγορικά σαν κυνηγός και η γυναίκα σαν μηλιά. Στο τραγούδι συνταιριάζονται στίχοι με γνωμικό περιεχόμενο για το εφήμερο της νιότης και το αναπόδραστο της φθοράς του ανθρώπου, σε αντιδιαστολή με την παντοτινή ομορφιά της φύσης.

Μοιράσου τους στίχους

Μάη μου με τα λούλουδα

Μάη μου με τα λούλουδα κι Απρίλη με τα δρόσια
πάλε στο νου μου σ’ έβαλα και δεν κοιμήθ’κα απόψα

Το Μάη και τον Απρίλη κι όλο τον Θεριστή
η αγάπη σου πουλί μου είναι ξεχωριστή

Το Μάην εγεννήθηκες μαζί με τους κοντσέδες
μοσχοβολάς ροδόσταμο μαραίνεις τις κοπέλες

Ο Μάης κι ο Απρίλης ομπρός μου φάνηκε
και πήρε το πουλί μου και δεν εφάνηκε

κοντσέδες: μπουμπούκια τριανταφυλλιάς

Κατιρλί

Σχόλια

Τραγούδι της άνοιξης και της αγάπης, από το Κατιρλί της Προποντίδας, που χορεύεται ως συρτός χορός. Η ωραιότητα του νέου συσχετίζεται με τις ομορφιές και τα αρώματα της φύσης κατά την περίοδο της άνοιξης.

Μοιράσου τους στίχους

Κυπαρισσάκι μου ψηλό

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, κατέβα τα κλωνιά σου
να κοιμηθώ στον ίσκιο σου να πάρω τη δροσιά σου

Κυπαρισσάκι μου ψηλό, καβάκι μου πλεγμένο
ως πότε θα σε καρτερώ και θα σε περιμένω

Αρμάτωσε η σαντάλα μας όλο παλληκαράκια
του Μάη τριαντάφυλλα, του Θεριστή ζαμπάκια

Αρμάτωσε η σαντάλα μας και πάει να βολάξει
στον Αϊ-Γιώργη στον Αμπά, εκεί πάει ν’ αράξει

σαντάλα: μεγάλο ψαράδικο καΐκι της Προποντίδας
Θεριστής: Ιούνιος
ζαμπάκι: είδος νάρκισσου, μανουσάκι
να βολάξει: να καλάρει, να ρίξει τα δίχτυα
Αϊ-Γιώργης στον Αμπά: αμμουδιά και τοποθεσία με άφθονα ψάρια στον Μαρμαρά

Μαρμαράς

Σχόλια

Αλληγορικό τραγούδι της αγάπης από το νησί του Μαρμαρά Προποντίδας, στα βήματα του συρτού χορού. Η παρομοίωση του νέου με κυπαρίσσι συνταιριάζεται με επαινετικούς στίχους (παινέματα) για το ψαροκάικο και τα παλληκάρια του.

Μοιράσου τους στίχους

Η λεμονιά

Σ’ ένα περιβολάκι μέσα μπαίνω
με δάφνες, με μηλιές περιπλεγμένο
με δάφνες, με μηλιές, με κυπαρίσσια
τρέχουν τα μάτια μου δάκρυα περίσσια
και μία λεμονιά μέσα στη μέση
χαμολυγούσε απ’ τον καρπό να πέσει
ζητώ της λεμονιάς λεμόνι ένα
κι αυτή μου λέει, τα ’χει άλλος μετρημένα
ζητώ της λεμονιάς λεμόνια δύο
κι αυτή μου δείχνει το δρόμο για να φύγω
ζητώ της λεμονιάς λεμόνια τρία
κι αυτή μου λέει είναι παραγγελία
ζητώ κι απ’ την κορφή της ένα άνθος
κι αυτή μου λέει θα σε κολλήσω πάθος
Θυμήσου λεμονιά πως θα γεράσεις
να ’ρθει ο καιρός σου να κιτρινοφυλλιάσεις
να μαραθούνε τα δροσερά σου φύλλα
και να καεί η καρδιά σου, μαρή σκύλα
Ένα πρωί περνούσα απ’ την αυλή της
λούσο και καμάρι που είχε το κορμί της
περνώ, της λέγω καλημέρα και γεια σου
κι αυτή μου λέει, ξένε μου στη δουλειά σου
εγώ περνάω και την καλημερίζω
κι αυτή μου λέει, ξένε μ’ δε σε γνωρίζω
Τότες κι ο νέος απελογήθη, λέει
δακρύσαν τα ματάκια του και κλαίει
Δεν ήμουν ’γώ που σου τα ’στελνα εκείνα
τα μαργαριτάρια και τα φλουριά στην κρίνα;
Δεν ήμουν ’γώ που σου τα ’στελνα επέρσι
τα μαργαριτάρια και το τζεφέ στο φέσι;

κρίνα: κοσμηματοθήκη
τζεφές: τζανφές, πολυτελέστατο μεταξωτό ύφασμα

Ρόδα Κυζίκου

Σχόλια

Τραγούδι της αγάπης από τα Ρόδα της Κυζίκου Μικράς Ασίας, πιθανότατα λόγιας προέλευσης, στο οποίο κυριαρχεί η αλληγορική παρουσία της λεμονιάς, της πεντάμορφης κόρης που με τα κάλλη της ξετρέλανε κάποιον νέο, αλλά αρνείται να συναινέσει στην αγάπη του. Η περιγραφή του περιβολιού με τα δέντρα και τα φυτά του λειτουργεί ως εισαγωγή και προβάλλει το φυσικό περιβάλλον όπου διαδραματίζεται η ιστορία.

Μοιράσου τους στίχους

Άσπρα φορείς

Άσπρα φορείς κι άσπρα κρατείς κι άσπρη είν’ η φορεσιά σου
κι άσπρα λουλούδια πέφτουνε απ’ την περπατησιά σου

Χόρεψε νυφοπούλα, τραγούδι να σε πω
να σε παινέσω θέλω, κορμί μου αγγελικό

Άλλα λες κι άλλα με κάνεις
βάλθηκες να με τρελάνεις

Τέτοια νύφη δεν είδα εγώ ούτε μηλιά στην Πόλη
ούτε νεραντζολεμονιά στης Χιος το περιβόλι

Ποιος ουρανός, ποια θάλασσα, ποιος ήλιος, ποιο φεγγάρι
εστόλισαν τη νύφη μας κι έχει περίσσια χάρη

Νύφη, στα χιόνια ντύθηκες και πήρες την ασπράδα
κι από τα τριαντάφυλλα τη ροδοκοκκινάδα

Αν θέλεις έβγα ήλιε, για κρύψου μια χρονιά
’μείς κάναμε μια νύφη κι έλαμψε το ντουνιά

Κίνησε πάπια του γιαλού και πέρδικα του κάμπου
κι από τις εμορφάδες σου όλες οι στράτες λάμπουν

Άσπρο σταφύλι ροζακί και κόκκινο κεράσι
τ’ αντρόγυνο που έγινε να ζήσει να γεράσει

Η Χίος ήταν πασίγνωστη για τα εσπεριδοειδή της στη Δυτική Μικρασία
για: ή (διαζευκτικό)

Μαρμαράς

Σχόλια

Δίστιχα παινέματα της νύφης από το νησί του Μαρμαρά στην Προποντίδα, στα βήματα του μαρμαρινού συρτού χορού. Με έντονη ποιητική διάθεση κι εκφραστικότητα, με συμβολικές λέξεις και υπερβολές παρμένες αποκλειστικά από τη φύση, ο λαϊκός ποιητής παινεύει τη νύφη για την ομορφιά, τη μοναδικότητα και τις χάρες της. Τα λουλούδια, τα όμορφα δέντρα και πουλιά, οι καρποί και όλα τα στοιχεία της φύσης συνεισφέρουν στη σπάνια ωραιότητα και τις ανυπέρβλητες ομορφάδες της νύφης, που «έλαμψε το ντουνιά», επισκιάζοντας ακόμη και τον ήλιο.

Μοιράσου τους στίχους

Αρμάτωσε η σαντάλα μας

Αρμάτωσε η σαντάλα μας και πάει να βολάξει
έλεσα γιαλέσα
έλι γιαμόλι γιάσα
ίσα χωωω
βρε χάιντε, βρε χούιντε, τσαλαπαλατσίνκο

Στην Κερασιά βολάξαμε, βγάλαμε κολιαρούδια
έλεσα γιαλέσα
έλι γιαμόλι γιάσα
ίσα χωωω
βρε χάιντε, βρε χούιντε, τσαλαπαλατσίνκο

Στην Κερασιά βολάξαμε, βγάλαμε τρεις χιλιάδες
έλεσα γιαλέσα
έλι γιαμόλι γιάσα
ίσα χωωω
βρε χάιντε, βρε χούιντε, τσαλαπαλατσίνκο

Τα πήγαμε στο Μαρμαρά και πιάσαμε παράδες
έλεσα γιαλέσα
έλι γιαμόλι γιάσα
ίσα χωωω
βρε χάιντε, βρε χούιντε, τσαλαπαλατσίνκο

σαντάλα: μεγάλο ψαράδικο σκαρί της Προποντίδας μ’ εφτά σειρές κουπιά
έλεσα γιαλέσα: ναυτικά παραγγέλματα-επιφωνήματα, πολύ συνηθισμένα σε νησιώτικα τραγούδια
έλι … τσαλαπαλατσίνκο: ναυτικά παραγγέλματα-επιφωνήματα
Κερασιά: χωριό της επαρχίας Γάνου και Χώρας της Ανατολικής Θράκης, απέναντι από το νησί του Μαρμαρά
βολάζω: καλάρω, ρίχνω τα δίχτυα

Μαρμαράς

Σχόλια

ργό ρυθμικό τραγούδι των ψαράδων, από το νησί του Μαρμαρά Προποντίδας. Το τραγουδούσαν οι ψαράδες όταν κωπηλατούσαν ή τραβούσαν τα δίχτυα τους, καθώς και όταν επέστρεφαν από μια καλή ψαριά.

Μοιράσου τους στίχους

Φώτα το φεγγαράκι μου

Φώτα το φεγγαράκι μου να πάω στην αγάπη μου
φώτα ψηλά και χαμηλά, γιατ’ είναι λάσπες και νερά
φώτα και χαμηλότερα να πάω γρηγορότερα
Εγώ φωτάω ώς το πρωί κι ο π’ έχει αγάπη ας περπατεί

Πελοπόννησος

Σχόλια

Πατινάδα της αγάπης, από την Πελοπόννησο. Ο τρυφερός διάλογος του ερωτευμένου με το φεγγάρι αποτυπώνει ποιητικά την άρρηκτη και σχεδόν διαπροσωπική σχέση του ανθρώπου με τη φύση.

Μοιράσου τους στίχους

Τώρα το Μάη π’ ανθίζουνε

Τώρα το Μάη π’ ανθίζουνε της γης τα λουλουδάκια
ο δυόσμος κι ο βασιλικός κι η δόλια η μαντζουράνα
αυτά τα τρία μαλώνανε το ποιο να πρωτανθίσει
πετιέται το τριαντάφυλλο, το μοσχομυρωδάτο
Σωπάτε παλιολούλουδα κι εγώ θα πρωτανθίσω
όπου μου κόβουνε οι νιοι, με βάζουν στα τσεπάκια
για να μαραίνουνε τις νιες, να καίνε τις καρδούλες

Μέλανα Αρκαδίας

Σχόλια

Τραγούδι για τον Μάη και την άνοιξη από τα Μέλανα Αρκαδίας. Ευώδη φυτά της άνοιξης φιλονικούν για το ποιο θα ανθίσει πρώτο.

Μοιράσου τους στίχους