
Άσπρο πουλάκι κάθεται σε πράσινο κλαδάκι
και τα φτερούδια του τσιμπά και την αγάπη λέει
Αγάπη μου καλοκαιρ’νή να σ’ είχα το χειμώνα
το καλοκαίρι για δροσιά και το χειμών’ για ζέστα
Μοιράσου τους στίχους |


Άσπρα μου περιστέρια, μαύρα μου πουλιά
εσείς ψηλά πετάτε και διαβαίνετε
περάστε απ’ τις αυλές μας, απ’ τις αυλούδες μας
να γράψω στα φτερά σας, στα φτερούδια σας
να γράψω στην αγάπη να μη με καρτερεί
θέλει τα μαύρα ας βάλει, θέλει ας παντρευτεί
στον τόπο που ’ρθα τώρα εδώ θα παντρευτώ
θα πάρω ένα κοράσιο δεκαοχτώ χρονώ
μάγισσας θυγατέρα, μάγισσας παιδί
μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν
με μάγεψε κι εμένα και δεν μπορώ να ’ρθώ
όντας κινήσω να ’ρθω, χιόνια και βροχές
όντας γυρίσω πίσω, ήλιος, ξαστεριές
όντας: όταν, μόλις
Μοιράσου τους στίχους |


Απάνω στην τριανταφυλλιά
χτίζειν η πέρδικα φωλιά
σιμπαινοβγαίνουν τα πουλιά
και σειέται η τριανταφυλλιά
και πέφτουν τα τριαντάφυλλα
μέσα στης νύφης την ποδιά
σιμπαινοβγαίνουν: μπαινοβγαίνουν
Μοιράσου τους στίχους |


Μηλίτσα που ’σαι στο γκρεμό τα μήλα φορτωμένη
τα μήλα σου λιμπίστηκα και το γκρεμό φοβούμαι
Σαν τον φοβάσαι το γκρεμό έλα απ’ το μονοπάτι
Το μονοπάτι μ’ έβγαλε σ’ ένα ερημοκκλησάκι
που ’χει σαράντα μνήματα, αδέρφια και ξαδέρφια
κι ένα μνήμα παράμνημα ξεχωριστό από τ’ άλλα
δεν το ’δα και το πάτησα απάνω στο κεφάλι
κι ακώ το μνήμα και βογκά και βαριαναστενάζει
Τι έχεις μνήμα και βογκάς και βαριαναστενάζεις
μην είν’ το χώμα σου βαρύ κι η πλάκα σου μεγάλη
Δεν είν’ το χώμα μου βαρύ κι η πλάκα μου μεγάλη
μόν’ ήρθες και με πάτησες απάνω στο κεφάλι
Μοιράσου τους στίχους |


Γλυκά μου χελιδόνια από την Αραπιά
μαύρα πουλιά μου
από την Αραπιά
εκεί ψηλά που πάτε για χαμηλώσετε
μαύρα πουλιά μου
για χαμηλώσετε
γράμμα ’χω να σας δώσω και μια ψιλή γραφή
μαύρα πουλιά μου
και μια ψιλή γραφή
να πείτε στη μανούλα να μη με καρτερεί
μαύρα πουλιά μου
να μη με καρτερεί
να πείτε στην καλή μου αν θέλει ας παντρευτεί
μαύρα πουλιά μου
αν θέλει ας παντρευτεί
Μοιράσου τους στίχους |


Ήρθανε κυρά μου στα παράθυρά μου
τσαλαπετεινοί, τσαλαπετεινοί
Κουκουκού τσιρίζουν, κικικί βοΐζουν
και με λοιδορούν, και με λοιδορούν
Αχ, κυρά Μαριώρα, πού ’ναι η εμορφιά σου
τα σγουρά μαλλιά, τα σγουρά μαλλιά
Τα ’φθειρε ο πόνος, τ’ άσπρισε ο χρόνος
τα σγουρά μαλλιά, τα σγουρά μαλλιά
Μοιράσου τους στίχους |


Το γιασεμί στην πόρτα σου τζ’ ήρτα να το κλαδέψω
τζαι νόμισεν η μάνα σου πώς ήρτα να σε κλέψω
Το γιασεμί στην πόρτα σου, μουσκολοούν οι στράτες
τζι η μυρωδκιά του η πολλή λαώννει τους διαβάτες
Το γιασεμί στην πόρτα σου αθθεί τσαι βκάλλει κλώνους
μουσκολοούσιν τα στενά, στους ξένους τζαι γειτόνους
Το γιασεμί στην πόρτα σου π’ αθθεί το καλοτζαίριν
μουσκολοά τζαι σαίρουνται, παίθκιοι τζαι νιοι τζαι γέροι
μουσκολοούν: μοσχοβολούν
λαώννει: αναστατώνει, τρελαίνει
αθθεί: ανθεί
βκάλλει: βγάζει
παίθκιοι: λεβέντες, παιδιά
Μοιράσου τους στίχους |


Πορτοκκαλλιά του Καραβά που κάμνεις πορτοκκάλλια
να σε πουλούν, ’γοράζω σε του βάρου σου ριάλια
Μαντοριννιά του Καραβά που κάμνεις μαντορίννια
να σε πουλούν, ’γοράζω σε του βάρου σου σελίννια
Στην Λάπηθον τα ρούχα μου, στην Χώραν τ’ άρματά μου
τζαι στον ωραίον Καραβάν η αγαπητιτζιά μου
Στον ποταμόν του Καραβά να ήμουνα γιοφύριν
να φκαίννεις στον περίπατον, να σε φιλώ στα σείλη
Πορτοκκαλλιά του Καραβά, στα δεκαοκτώ μου γρόνια
μες στην καρκιάν μου σ’ έβαλα τζαι μέσα είσ’ ακόμα
Καραβάς: κωμόπολη της επαρχίας Κερύνειας στην Κύπρο
ριάλια, σελίνια: νομίσματα
Μοιράσου τους στίχους |


Κότσιηνη τρανταφυλλιά μου
τζιαι ψουμίν μου χάσικον
τζι έλα ακλούθα μου να πάμε, φως μου
τζι α’ σ’ αφήσω ’ν’ άδικον
Κότσιηνη τρανταφυλλιά μου
έβκ’ απέξω στο στενόν
να μου δώσει η μυρωδκιά σου, φως μου
να μου γιάνει τον καμμόν
Κότσιηνη τρανταφυλλιά μου
’πόψε να ’σσιεις ανοικτά
να ’ρτω ’τσεί να σε ποτίσω, φως μου
ίσσια τα μεσάνυκτα
τζιαι: και
χάσικον: άσπρο, καθαρό
’τσεί: εκεί
Μοιράσου τους στίχους |


Έχασα τη γαούραν μου τζ’ εν’ φορτωμένη ξύλα
Ντε γαουρίτσα, ντε
Αν πείτε για τα κάλλη της, έν’ πρώτη ’πού τες πρώτες
Η γαουρίτσα μου
Αν δείτε την ραχούαν της, έσει μια κόντραν τόσην
Η γαουρίτσα μου
Τζ’ αν πείτε για το στόμα της, ’εν έσει δόντια μέσα
Της γαουρίτσας μου
Τζ’ αν πείτε για τα πόθκια της, έν’ όπως τα δοξάρκα
Ντε γαουρίτσα, ντε
Τζ’ αν πείτε για τ’ αυτούθκια της, έν’τσουλλωμένα κάτω
Της γαουρίτσας μου
Τζ’ αν πείτε για τον νούρον της, ’εν έσει τρίχαν πάνω
Ντε γαουρίτσα, ντε
Τζ’ όποιος την έβρει βρε παιδιά παίρνει την χαρτωμένην
Την γαουρίτσαν μου
γαούρα: γαϊδούρα
κόντρα: σκληρό εξόγκωμα στη ράχη
όπως τα δοξάρκα: σαν τόξα (στραβά)
τσουλλωμένα: κρεμασμένα
νούρος: ουρά
χαρτωμένη: αρραβωνιαστικιά
Μοιράσου τους στίχους |
