Η τρυγόνα

Ακεί πέρα σ’ ορμανόπον, η τρυγόνα – η κορώνα
έστεκεν κι εποίνεν ξύλα, η τρυγόνα – η κορώνα
τα ξύλα τ’ς έσαν οξέας, άντρας ατ’ς έτον μυξέας
πορπατεί και πάει ομάλια, τ’ ορταρόπα τ’ς αρνομάλλια
πορπατεί και πάει τίκια, τ’ ορταρόπα τ’ς είν’ τιφτίκια
η τρυγόνα με τ’ ατζία, πάει ’ς σ’ ορμάν’ σερεύ’ τσατσία
η τρυγόνα με τ’ ορτάρια, πάει ’ς σ’ ορμάν’ σερεύ’ χορτάρια

ορμανόπον: μικρό δάσος
εποίνεν: έκανε, έφτιαχνε
τρυγόνα: το τρυγόνι
κορώνα: το κοράκι
έσαν: ήταν
μυξέας: μυξιάρης, ανεπρόκοπος
ομάλια: ομαλά, ίσια
ορταρόπα: πλεχτές μάλλινες κάλτσες
αρνομάλλια: από μαλλί αρνιού
τίκια: ίσια, ευθυτενή
τιφτίκια: χνουδωτό μαλλί κατσίκας
ατζία: πόδια
σερεύ’: μαζεύει
τσατσία: βέργες, λεπτό και ξερό κλαδί θάμνου

Τραπεζούντα

Σχόλια

Τραγούδι από την Τραπεζούντα με αλληγορικό περιεχόμενο. Η γυναίκα που μαζεύει ξύλα και χορτάρια στο βουνό παρομοιάζεται με την τρυγόνα. Χορεύεται στα βήματα του ομώνυμου χορού τρυγόνα.

Μοιράσου τους στίχους

Η κόρ’ εξέβεν σο παρχάρ

Η κόρ’ εξέβεν σο παρχάρ’, να ’ίνεται ρομάνα
και για τ’ ατέν θα γίνουμαι και κυνηγός σ’ ορμάνια

Αρνί μ’ τον τόπον ντο πατείς, την πόδα σ’ εγνωρίζω
γομούται παρχαρί’ νερόν, κλίσκουμαι κά’ και πίνω

εξέβεν: βγήκε, ανέβηκε
παρχάρ’ (ο παρχάρτς): θερινός βοσκότοπος, θερινή κτηνοτροφική διαμονή
ρομάνα: η νεαρή γυναίκα που ασχολείται στον θερινό βοσκότοπο (παρχάρ’) με την περιποίηση των ζώων και τη γαλακτοκομία
για τ’ ατέν: για αυτήν
ορμάνια: δάση
αρνί μ’: αρνί μου, αγάπη μου
γομούται: γεμίζει
κλίσκουμαι: σκύβω
κά’: κάτω

Τραπεζούντα

Σχόλια

Τραγούδι της αγάπης από την Τραπεζούντα του Πόντου. Οι εικόνες της ποιμενικής ζωής στα βουνά συνταιριάζονται με στίχους της αγάπης.

Μοιράσου τους στίχους

Αν αποθάνω, θάψον με

Αν αποθάνω, θάψον με σ’ έναν ψηλόν ραχόπον
ν’ ακούω τσοπάν’ σύριγμαν και τουλουμί’ λαλόπον

Ραχόπα μ’ ντο συρίζετε, ποτάμια ντο βοάτε
θα έρ’ται και διαβαίν’ τ’ αρνί μ’ και απ’ εσάς φο’άται

Νασάν εσάς ψηλά ραχιά, πάντα χλωροφοράτε
διαβαίν’νε χρόνια και καιρούς, καμίαν ’κί γεράτε

ραχόπον: βουνό (υποκοριστικά)
τουλουμί’: τουλουμιού, αγγείου, άσκαυλου
λαλόπον: λαλιά, φωνούλα
έρ’ται: έρθει
τ’ αρνί μ’: η αγάπη μου (το αρνί μου: υποκοριστικά)
νασάν: χαρά
’κί: δεν (από το αρχ. ουχί)

Κρώμνη Πόντου

Σχόλια

Τραγούδι από την Κρώμνη του Πόντου, με γνωμικό περιεχόμενο για το εφήμερο του ανθρώπινου βίου, σε αντιδιαστολή με την αιωνιότητα της φύσης. Χορεύεται στα βήματα του χορού διπάτ.

Μοιράσου τους στίχους

Ακρίτας όνταν έλαμνεν

Ακρίτας όνταν έλαμνεν, αφκά σην ποταμέαν
επέγνεν κι έρτουν κι έλαμνεν, την ώραν πέντ’ αυλάκια
επέγνεν κι έρτον κι έσπερνεν, εννέα κότια σπόρον
έρθεν πουλίν κι εκόνεψεν, ση ζυγωνί’ την άκραν
και σ’κούται καλοκάθεται, ση ζυγωνί’ την μέσην
Οπίσ’ πουλίν, οπίσ’ πουλίν, μη τρως την βουκεντρέαν
Και το πουλίν κελάηδησεν, ανθρώπινον λαλίαν
Ντο στέκ’ς, ντο στέκ’ς Ακρίτα μου και τίναν αναμένεις
Το ένοικο σ’ εχάλασαν και την καλή σ’ επέραν
και τα μικρά πουλόπα σου, σύρν’ ατα σα περ’βόλια

έλαμνεν: όργωνε
επέγνεν κι έρτουν: πηγαινοερχόταν, δηλαδή οδηγώντας το βοϊδάλετρο κατά τη συνηθισμένη φιδίσια κίνηση των ζευγολατών απ’ τη μια άκρη του χωραφιού στην άλλη
κότια: μονάδα μέτρησης για δημητριακά
ζυγωνί’: του ζυγού
βουκεντρέαν: βουκέντρα είναι ραβδί με αιχμηρή απόληξη με το οποίο κεντρίζουν τα βόδια του αρότρου
ένοικο σ’: το σπίτι, τον οίκο σου
τα πουλόπα: τα μωρά

Πόντος

Σχόλια

Ακριτικό τραγούδι από τον Πόντο, που χορεύεται στα βήματα του χορού διπάτ. Η τραγική είδηση της αρπαγής της γυναίκας του Ακρίτα και της καταστροφής του σπιτικού του ανακοινώνεται με ανθρώπινη λαλιά από το πουλί αγγελιαφόρο. Στην πλήρη εκδοχή του τραγουδιού εξιστορείται στη συνέχεια η επιστροφή του Διγενή στο σπίτι του για να πάρει εκδίκηση.
Ο Διγενής Ακρίτας πρωταγωνιστεί σε δύο ενότητες τραγουδιών: σ’ αυτά που αναφέρονται στον θάνατό του και σ’ αυτά που η υπόθεσή τους πλέκεται γύρω από το παμπάλαιο και παγκόσμιο θέμα της αρπαγής μιας γυναίκας. Τα τραγούδια της δεύτερης ενότητας χωρίζονται με τη σειρά τους σε δύο ομάδες: σ’ εκείνα όπου ο πάντα ύποπτος εισβολέας Διγενής κλέβει τη μέλλουσα γυναίκα του και σ’ αυτά όπου η ίδια η γυναίκα του Διγενή απάγεται από απελάτες ή Σαρακηνούς ληστές. Η ποντιακή παραλλαγή αρχίζει με τα κλασικά ακριτικά μοτίβα του ζευγολάτη Ακρίτα και του πουλιού που τον ειδοποιεί μιλώντας με ανθρώπινη λαλιά, μοτίβα που συναντάμε και σε τραγούδια για τον θάνατο του Διγενή, με διαφορετικό, εννοείται, το μήνυμα του πουλιού στην κάθε περίπτωση. Με το θέμα της αρπαγής μιας γυναίκας κατά την απουσία του άντρα της ‒στον πόλεμο, στη φυλακή, στο κάτεργο κτλ.‒ είναι συνδεδεμένα πολλά αφηγηματικά τραγούδια, ακριτικά και μη, παλαιότερα και νεότερα, με πλοκή που παραλλάσσει. Ένας παλιός, πολυσήμαντος και διαχρονικός μύθος δείχνει να είναι κι εδώ η κοινή προέλευση όλων αυτών των τραγουδιών, καθώς και πολλών σχετικών παραμυθιών, θρύλων, διηγήσεων γραπτών και προφορικών, όχι μόνο ελληνικών αλλά ευρύτατα διαδεδομένων σε ανατολικές και δυτικές παραδόσεις. Πέρα όμως από το κεντρικό θέμα, πολλά άλλα επιμέρους ποιητικά στοιχεία του τραγουδιού, απότοκα μιας παλιάς και δεξιοτεχνικής αφηγηματικής επικής παράδοσης, του προσδίνουν την ιδιαίτερη εκείνη ακριτική, θα μπορούσαμε να πούμε, αξία, τη δυνατότητα δηλαδή να αποδίδει εντυπωσιακά τον χώρο και τον χρόνο δράσης των ακριτών χωρίς να ανήκει ούτε στον έναν ούτε στον άλλο. Μυθικά πρόσωπα και ονόματα του έπους του Διγενή, οι ενασχολήσεις τους σε καιρό ειρήνης και τα ανδραγαθήματά τους, οι άρχοντες και τα παλάτια τους, τα άλογα και τα πουλιά με ανθρώπινη φωνή, τα άγρια θηρία και οι δράκοι, η ανασφάλεια των συνοριακών επιδρομών, οι απαγωγές και οι αντεκδικήσεις, τα αεικίνητα φουσάτα και οι ακατανίκητοι ήρωες, ένας περιπετειώδης κόσμος που διατρέχει τον χρόνο και παραβιάζει τον χώρο της Ιστορίας, έχουν διαχυθεί μέσα στα τραγούδια, επιζώντας εκεί στις άκρες και τα όρια, όχι τα γεωγραφικά, αλλά τα νοερά της ανθρώπινης ψυχής και φαντασίας.

Μιράντα Τερζοπούλου (2017)


Μοιράσου τους στίχους

Αϊτέντς επαραπέτανεν

Αϊτέντς επαραπέτανεν, ψηλά ’ς σα επουράνια
και τα τζαγκία τ’ κόκκινα και το τσαρκούλ’ν ατ’ μαύρον
εκράτ’νεν και ’ς σα κάρτζια του, παλλικαρί’ βραχιόνας
Αητέ μ’ για δώσ’ με ασ’ σο κρατείς, για πέει με όθεν κείται
Ασ’ σο κρατώ ’κί δίγω σεν, άρ’ όθεν κείται λέγω
ακεί ’ς σο πέραν τα ραχιά, ’ς σ’ ελάτια επ’ εκεί μέρος
τραντέλλεναν εσκότωσαν και κείται ματωμένος
μαύρα πουλία τρώγ’ν ατον και άσπρα τριυλίσκουν
Φατέστεν πούλια μ’ φατέστεν, φατέστεν τον καρίπην
’σ σην θάλασσαν κολυμπετής, ’ς σ’ ομάλια πεχλιβάνος
’σ σον πόλεμον τραντέλλενας, Ρωμαίικον παλληκάριν

επαραπέτανεν: πετούσε ψηλά
τζαγκία, τζαγκίν: ψηλό υπόδημα μέχρι το γόνατο, πόδια
τσαρκούλιν: κάλλαιο πτηνού, λειρί
κάρτζια: νύχια
βραχιόνας: βραχίονες
ραχιά: βουνά
τραντέλλενας: τριάντα φορές Έλληνας, ο γενναίος
τριυλίσκουν: τριγυρίζουν, περικυκλώνουν
καρίπης: ξένος, έρημος
ομάλια: κάμποι, ομαλοί τόποι
πεχλιβάνος: παλαιστής

Πόντος

Σχόλια

Τραγούδι του ακριτικού κύκλου από τον Πόντο με θέμα τον διάλογο με τον αϊτό, ο οποίος με μια συνταρακτική περιγραφή ανακοινώνει τον θάνατο του ήρωα. Συγκλονιστική είναι και η περιγραφή της πρώτης σκηνής του τραγουδιού, όπου ο αϊτός πετάει κρατώντας στα ματωμένα νύχια του το χέρι του νεκρού ήρωα.

Μοιράσου τους στίχους

Αϊτέ που κάθεσαι ψηλά

Αϊτέ που κάθεσαι ψηλά στ’ όρος το χιονισμένο
τρώεις το δρόσος του χιονιού, πίνεις νερό κατάκρυο
λαγόν κι αν πιάσεις γεύγεσαι, περδίκι και δειπνάς το
φιλείς και κόρην έμορφη

γεύγεσαι: γευματίζεις

Ασή Γωνιά Χανίων

Σχόλια

Ριζίτικο τραγούδι από την Ασή Γωνιά Χανίων. Στους στίχους του είναι ολοφάνερη η αλληγορία του αϊτού-λεβέντη, που ζει ελεύθερος πάνω στα βουνά, μέσα στην ομορφιά της φύσης, και χαίρεται κάθε χαρά της ζωής.
Τα ριζίτικα, τα «τραγούδια» όπως ονομάζονταν παλαιότερα, είναι φωνητικά κομμάτια με αφηγηματικό περιεχόμενο. Ερμηνεύονται από μία φωνή ή και ομάδα φωνών, συνήθως χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Η ονομασία «ριζίτικα» προέρχεται πιθανότατα από τις ρίζες, τους πρόποδες των βουνών της Κρήτης και κυρίως των Λευκών Ορέων, που είναι ο κατεξοχήν τόπος δημιουργίας και έμπνευσης των τραγουδιών αυτών. Αεικίνητα φουσάτα και οι ακατανίκητοι ήρωες, ένας περιπετειώδης κόσμος που διατρέχει το χρόνο και παραβιάζει το χώρο της Ιστορίας, έχουν διαχυθεί μέσα στα τραγούδια, επιζώντας εκεί στις άκρες και τα όρια, όχι τα γεωγραφικά αλλά τα νοερά της ανθρώπινης ψυχής και φαντασίας.

Μιράντα Τερζοπούλου (2017)


Μοιράσου τους στίχους

Αγρίμια κι αγριμάκια μου

Αγρίμια κι αγριμάκια μου, λάφια μου μερωμένα
πέστε μου πού ’ν’ οι τόποι σας και πού ’ν’ τα χειμαδιά σας
Γκρεμνά ’ναι μας οι τόποι μας, λέσκες τα χειμαδιά μας
τα σπηλιαράκια του βουνού είναι τα γονικά μας
Αγρίμια κι αγριμάκια μου

λέσκα: στενή και απότομη ρεματιά σε ορεινή τοποθεσία ή άλλο απόκρημνο μέρος

Κρήτη

Σχόλια

Ένα από τα πιο διαδεδομένα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης με θέμα τον διάλογο με τα άγρια ζώα των βουνών.
Τα ριζίτικα, τα «τραγούδια» όπως ονομάζονταν παλαιότερα, είναι φωνητικά κομμάτια με αφηγηματικό περιεχόμενο. Ερμηνεύονται από μία φωνή ή και ομάδα φωνών, συνήθως χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Η ονομασία «ριζίτικα» προέρχεται πιθανότατα από τις ρίζες, τους πρόποδες των βουνών της Κρήτης και κυρίως των Λευκών Ορέων, που είναι ο κατεξοχήν τόπος δημιουργίας και έμπνευσης των τραγουδιών αυτών.



Μοιράσου τους στίχους

Αγιόγιαννης

Αγιόγιαννη κι βότανι κι λιανοκαραφύλλι
τα δυο βοτάνια μάλωναν ποιο να μυρίσει κάλλιο
μυρίζει κι βασιλικός π’ αξαίν’ ’πού τα χαντάκια
μυρίζει του τριαντάφυλλου π’ αξαίνει απού τ’ αγκάθια
μυρίζει κι η βρουμοκαρυά βρουμάει ο κάμπος ούλος
πίσω κι εσύ βρουμοκαρυά βρωμάς τον κάμπον ούλον
μυρίζει κι Αγιόγιαννος μυρίζει ο τόπος ούλος

αξαίνει: μεγαλώνει

Καρωτή Έβρου

Σχόλια

Τραγούδι από από την Καρωτή Έβρου που τραγουδιέταιι στο πλαίσιο των εθιμικών εορταστικών δρώμενων του «Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα». Στους στίχους του αναφέρονται φυτά της άνοιξης που φιλονικούν για το ποιο απ' όλα είναι το πιο ευωαδιαστό.
Ο εορτασμός του Γενεσίου του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (24 Ιουνίου) λαμβάνει χώρα τη σημαντική στιγμή των θερινών τροπών του ηλίου και συναρμόζει, με στόχο την ευετηρία, ποικίλες φυσιολατρικές και στοιχειολατρικές πρακτικές, όπως ανάμματα πυρών, εμβαπτίσματα «σημαδιών» σε αμίλητο νερό και ξαστρίσματα. Κατά την τέλεσή του στη Θράκη, τα νεαρά κορίτσια έκαναν παλαιότερα τελετουργικά λουτρά, μάζευαν φυτά και άνθη από τους αγρούς και πραγματοποιούσαν τελετουργικούς αγερμούς τραγουδώντας και χορεύοντας. Όπως διαφαίνεται από το ποιητικό κείμενο του συγκεκριμένου τραγουδιού, πρόδηλοι είναι οι υπαινιγμοί που προκύπτουν καθώς υμνούνται οι ιδιαιτερότητες των φυτών ‒και ιδιαίτερα η όμορφη μυρωδιά του φερώνυμου (αγιόγιαννου, γιάγιαννου)‒ αφού το έθιμο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο παλαιότερα με τα νυφοδιαλέγματα.

Ζωή Ν. Μάργαρη (2023)


Μοιράσου τους στίχους

Φράμπικα

Καλοδουλέψετε τσ’ ελιές να βγάλουμε το λάδι
για να ’χουμε να βάνουμε στο λύχνο μας το βράδυ

Στο μποτσαργάτη βάλετε όλη τη δύναμή σας
για να βγει λάδι μπόλικο και σας η δούλεψή σας

Ένα τριάτορ’ αγαπώ, λεβέντη και σοάτο
και βγαίν’ από τα χέρια του το λάδι μυρωδάτο

μποτσαργάτης: όρθιο κυλινδρικό ξύλο, μέρος του πιεστηρίου του ελαιοτριβείου
τριατόρης: εργάτης του ελαιοτριβείου
σοάτος: από καλό σόι

Απείρανθος Νάξου

Σχόλια

Εργατικό τραγούδι, από την Απείρανθο της Νάξου. Το τραγουδούσαν οι εργάτες του ελαιοτριβείου για να δίνουν ρυθμό στις κινήσεις τους, καθώς γύριζαν το χειροκίνητο πιεστήριο.

Μοιράσου τους στίχους

Μέσα σ’ ώριο περιβόλι

Μέσα σ’ ώριο περιβόλι
δάφνη και μυρτιά μαλώνει
κι η μυρτιά ’λεγε της δάφνης
Συ μου πήρες το κλωνάρι
Όχι, μα τον Αϊ-Γιάννη
δε σου πήρα ’γώ κλωνάρι
κι αν σου πήρα ’γώ κλωνάρι
να με πάρει το ποτάμι
να με πάει τη δύση δύση
κάτω στου πασά τη βρύση
Πάει η κόρη να γεμίσει
σκύβει ο αγάς να τη φιλήσει
Σήκωσ’ κόρη το σαγιά σου
μη λερώσεις την ποδιά σου
Τι σε κόφτ’ εσένα αγά μου
κι αν λερώσω την ποδιά μου
Κόφτει με και κοσπετάρω
και γυναίκα θα σε πάρω
Κάλλιο να σε φάει το φίδι
παρ’ αυτό που θες να γίνει

σαγιάς: μακρύ γυναικείο ένδυμα, είδος ρόμπας
κοσπετάρω: φιλονικώ

Πάρος

Σχόλια

Καθιστικό τραγούδι από την Πάρο. Η έριδα της δάφνης με τη μυρτιά στο ξεκίνημα του τραγουδιού μάς μεταφέρει μέσω της βρύσης στο κύριο θέμα του: τη φιλονικία της κόρης με τον αγά, που ποθεί να την κάνει γυναίκα του παρά τη θέλησή της.

Μοιράσου τους στίχους